Κυριακή, 4 Μαΐου 2014

Το NATO στην Σκανδιναβία (Jan Joel Andersson)

Περίληψη: 
Οι Δυτικοί ηγέτες θα πρέπει να αρχίσουν να κάνουν κρατήσεις για πτήσεις προς την Στοκχόλμη και το Ελσίνκι για να εξηγήσουν ότι η Σουηδία και η Φινλανδία θα ήταν όχι μόνο ευπρόσδεκτες στο ΝΑΤΟ, αλλά και ότι οι χώρες αυτές έχουν την ευθύνη να ενταχθούν για να βοηθήσουν στην αντιμετώπιση της Ρωσίας στην Ανατολική Ευρώπη.

Ο JAN JOEL ANDERSSON είναι διακεκριμένος επισκέπτης καθηγητής στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Διεθνών Σπουδών στην έδρα Dragas στο Πανεπιστήμιο Old Dominion. Είναι σε άδεια από το Σουηδικό Ινστιτούτο Διεθνών Υποθέσεων της Στοκχόλμης, όπου είναι βασικός ερευνητικός συνεργάτης.

--------------------------------------------------------------------


Η προσάρτηση της Κριμαίας από την Ρωσία έχει απειλήσει θεμελιώδεις παραδοχές σχετικά με την ευρωπαϊκή ασφάλεια στην μετα-ψυχροπολεμική εποχή. Η χρήση βίας, ο βίαιος εθνικισμός και η αρπαγής γης έχουν επιστρέψει στην μόδα, και μια μακρά αντιπαράθεση μεταξύ Ανατολής και Δύσης φαίνεται ξαφνικά πολύ πιο κοντινή.
Προφανώς έκπληκτοι από την ρωσική φιλοπόλεμη διάθεση, οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι Ευρωπαίοι σύμμαχοί τους έχουν προσπαθήσει να βρουν έναν τρόπο να αποτρέψουν μια περαιτέρω ρωσική επιθετικότητα στην Ανατολική Ευρώπη, μεταξύ άλλων μέσω προειδοποιήσεων και περιορισμένων οικονομικών κυρώσεων. Λίγοι πιστεύουν, ωστόσο, ότι αυτά θα έχουν σημαντική επίδραση στην ρωσική συμπεριφορά. Δεν θα κάνουν τον Πούτιν και την κυβέρνησή του να αποχωρήσουν από την Κριμαία, ούτε θα αλλάξουν την προθυμία τής Ρωσίας να χρησιμοποιεί στρατιωτική δύναμη για να «προστατεύσει τους αδελφούς Ρώσους στο εξωτερικό», όπου και αν βρίσκονται. Στην πραγματικότητα, η σαστισμένη αντίδραση της Δύσης απλώς έχει γίνει παιχνίδι στα χέρια τού Κρεμλίνου. Το Κρεμλίνο φαίνεται ισχυρό ενώ η Ουάσιγκτον και οι Βρυξέλλες φαίνονται αδύναμες και διαιρεμένες.

Χωρίς να υπάρχουν διαθέσιμες καλές βραχυπρόθεσμες επιλογές για να εξωθήσει τους Ρώσους από την Κριμαία ή ακόμα και να προλάβει περαιτέρω εισβολές στην Ουκρανία, η Δύση θα πρέπει να εξετάσει μια πιο σταθερή και μακροπρόθεσμη επιλογή για να αποτρέψει την Ρωσία από το να προχωρήσει βαθύτερα στην Ευρώπη. Το ΝΑΤΟ θα πρέπει να προσφέρει θέση μέλους στην Σουηδία και την Φινλανδία, και η Σουηδία και η Φινλανδία θα πρέπει να την αποδεχθούν. Αυτές οι δύο χώρες είναι τα πλέον δραστήρια μέλη στο νατοϊκό πρόγραμμα «Σύμπραξη για την Ειρήνη». Από την έναρξη του προγράμματος το 1994, η Σουηδία και η Φινλανδία έχουν συμμετάσχει σε όλο το φάσμα των δραστηριοτήτων, συμπεριλαμβανομένων κοινών ασκήσεων, εκπαίδευσης στην διαχείριση καταστροφών, καθώς και συνεργασίας στον τομέα τής επιστήμης και των περιβαλλοντικών ζητημάτων. Στον επιχειρησιακό τομέα, αμφότερες οι χώρες έχουν συνεισφέρει στρατεύματα και πόρους σε διάφορες νατοϊκές αποστολές, συμπεριλαμβανομένων αυτών στο Αφγανιστάν, στα Βαλκάνια και στην Λιβύη. Και οι δύο χώρες, επίσης, έχουν θεωρηθεί από καιρό πρώτες υποψήφιες για ένταξη στο ΝΑΤΟ, αλλά ιστορικοί και εγχώριοι παράγοντες - συμπεριλαμβανομένων των μακροχρόνιων πολιτικών περί στρατιωτικής ουδετερότητας - τις εμπόδισαν να πάρουν την μεγάλη απόφαση, και το ΝΑΤΟ δεν επέμεινε.

Η επέκταση του ΝΑΤΟ στην Σουηδία και την Φινλανδία θα επιτύχει διάφορους σημαντικούς στόχους. Από πολιτική άποψη, θα φέρει τα σύνορα του ΝΑΤΟ όλο και πιο κοντά στη Ρωσία, αποδεικνύοντας ότι η στρατιωτική επιθετικότητα στην Ευρώπη έχει ως συνέπεια μεγάλες γεωπολιτικές συνέπειες. Η ουδετερότητα της Σουηδίας και της Φινλανδίας έχει προσφέρει στην Ρωσία μια βολική «νεκρή ζώνη» κατά μήκος των βορειοδυτικών συνόρων της από το τέλος τού Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Εάν η Σουηδία και η Φινλανδία επρόκειτο να ενταχθούν στο ΝΑΤΟ τώρα, η νεκρή ζώνη θα χαθεί και η συμμαχία θα κερδίσει δύο από τις πιο δημοκρατικές, πολιτικά σταθερές και οικονομικά επιτυχημένες χώρες τού κόσμου. Το ΝΑΤΟ θα μπορούσε επίσης να προσεταιριστεί δύο πολύ ενεργούς υποστηρικτές τού δι-ατλαντισμού, που υποστηρίζουν με συνέπεια την ισχυρή εμπλοκή των ΗΠΑ στην Ευρώπη.

Από στρατιωτικής πλευράς, η Σουηδία και η Φινλανδία θα προσθέσουν τεχνολογικά εξελιγμένες και πλήρως εξοπλισμένες ένοπλες δυνάμεις στην συμμαχία. Κατά τα τελευταία 15 χρόνια, ο σουηδικός στρατός έχει κερδίσει τον διεθνή σεβασμό για την ικανότητά του να αναπτύσσει καλά εκπαιδευμένους και επαγγελματίες στρατιώτες, που μπορούν εύκολα να ενσωματωθούν με τις δυνάμεις των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ και της Ευρώπης. Εν τω μεταξύ, η πρόσφατη εξαγορά αερομεταφερόμενων πυραύλων κρουζ και σύγχρονων αρμάτων μάχης από την Φινλανδία κάνει τις φινλανδικές ένοπλες δυνάμεις από τις καλύτερα εξοπλισμένες στην βόρεια Ευρώπη. Σε κάθε περίπτωση, αν και σχετικά μικρές σε αριθμό, οι σουηδικές και φινλανδικές ένοπλες δυνάμεις είναι ήδη πιο συμβατές με το ΝΑΤΟ από τις δυνάμεις πολλών σημερινών μελών του ΝΑΤΟ. Ακόμη πιο σημαντικό, η επίσημη ένταξη της Φινλανδίας και της Σουηδίας στην συμμαχία θα επιτρέψει τελικά στο ΝΑΤΟ να χειριστεί ολόκληρη την Αρκτικο-σκανδιναβικο-βαλτική περιοχή ως μια ολοκληρωμένη στρατιωτική-στρατηγική περιοχή για αμυντικό σχεδιασμό και υλικοτεχνικούς σκοπούς, κάτι που θα κάνει την συμμαχία πολύ περισσότερο ικανή να υπερασπιστεί την Εσθονία, την Λετονία και την Λιθουανία εναντίον τής Ρωσίας.

Για τη Ρωσία, η απώλεια της Σουηδίας και της Φινλανδίας στο ΝΑΤΟ θα αποτελέσει σοβαρό γεωστρατηγικό πλήγμα, τέτοιο που θα αντισταθμίζει τα τυχόν κέρδη της από την προσάρτηση της Κριμαίας. Θα τοποθετήσει τις δυνάμεις τού ΝΑΤΟ σε απόσταση αναπνοής από τις βάσεις των στρατηγικών πυρηνικών υποβρυχίων τής Ρωσίας που βρίσκεται στην χερσόνησο Κόλα. Θα μετατρέψει επίσης την Βαλτική Θάλασσα σε μια λίμνη τού ΝΑΤΟ, μέσω της οποίας θα πρέπει να διέλθουν ένα μεγάλο μέρος τού ζωτικής σημασίας εμπορίου και των ενεργειακών εξαγωγών τής Ρωσίας. Ως ένδειξη του επιπέδου τής ανησυχίας τής Μόσχας σχετικά με την επέκταση του ΝΑΤΟ προς τα βόρεια, ο Ρώσος πρωθυπουργός και πρώην πρόεδρος Ντμίτρι Μεντβέντεφ δήλωσε τον Ιούνιο του 2013 ότι οποιαδήποτε επέκταση του ΝΑΤΟ προς την Σουηδία και την Φινλανδία θα ανέτρεπε την ισορροπία δυνάμεων στην Ευρώπη και θα έκανε αναγκαία μια ρωσική απάντηση.

Η ιστορική σημασία τής ένταξης της Σουηδίας και της Φινλανδίας στο ΝΑΤΟ επίσης δεν θα αγνοηθεί από τους Ρώσους. Η Σουηδία και η Φινλανδία είναι κάτι περισσότερο από δύο μικροί και ήσυχοι γείτονες στην βορειοδυτική περιφέρεια της Ρωσίας. Η Σουηδία είναι ένας ιστορικός εχθρός που πολέμησε την Ρωσία για τον έλεγχο της περιοχής τής Βαλτικής επί αιώνες πριν να υποστεί μια αποφασιστική ήττα από τις ρωσικές δυνάμεις το 1809. Μετά από αυτό, η Σουηδία διατύπωσε την πολιτική τής στρατιωτικής ουδετερότητας, που πλέον έχει ηλικία 200 ετών, κάτι που την κράτησε έξω από δύο Παγκόσμιους Πολέμους και στο περιθώριο του Ψυχρού Πολέμου. Ωστόσο, σε πιο πρόσφατες εποχές, η πολύ ενεργή σουηδική προώθηση της ανεξαρτησίας των τριών Δημοκρατιών τής Βαλτικής στην δεκαετία τού 1990 και αργότερα της ένταξής τους στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ δεν έχει ξεχαστεί στην Ρωσία, αν και η ίδια η Σουηδία παρέμεινε έξω από το ΝΑΤΟ.

Η Φινλανδία, με την σειρά της, είναι η χώρα που πήγε πιο πέρα, ακόμα κι αν είναι τώρα στενός εμπορικός εταίρος της Ρωσίας. Αποσπασμένη από την Σουηδία και προσαρτημένη από την Ρωσία ως Αυτοκρατορικό Μεγάλο Δουκάτο το 1809, η Φινλανδίας ανακήρυξε την ανεξαρτησία της στη δίνη τής Ρωσικής Επανάστασης του 1917. Αντιμετωπίζοντας μια σοβιετική επίθεση το 1939, η Φινλανδία ήταν η μόνη χώρα τής Ανατολικής Ευρώπης που αντιπάλεψε την εισβολή τού Σοβιετικού Κόκκινου Στρατού, φτάνοντας σε ένα πολύ αιματηρό αδιέξοδο με αυτόν, στον Χειμερινό Πόλεμο τού 1939-1940. Στη συνέχεια η Φινλανδία συντάχθηκε με τη ναζιστική Γερμανία σε μια ατυχή επίθεση εναντίον τής Σοβιετικής Ένωσης το 1941. Τελικά νικημένη, αλλά ποτέ υπό κατοχή από την Σοβιετική Ένωση, η Φινλανδία συναίνεσε το 1948 στην υπογραφή τής Συνθήκης Φιλίας, Συνεργασίας και Αμοιβαίας Βοήθειας με την γείτονά της, μια ρύθμιση που έγινε γνωστή ως Φινλανδοποίηση (Finlandization). Το 1992, μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, η εξωτερική πολιτική τής Φινλανδίας και η ίδια η Φινλανδία ήταν επιτέλους πραγματικά ανεξάρτητες. Η Φινλανδία εντάχθηκε στην ΕΕ το 1995, αλλά επέλεξε να μην ενταχθεί στο ΝΑΤΟ για να αποφεύγει να προκαλέσει την Ρωσία.

Αν και η Μόσχα βλέπει τις δύο χώρες με κάποια επιφυλακτικότητα η οποία γεννήθηκε από μια ιστορία περίπλοκων γεωπολιτικών εμπλοκών, είναι μια ιστορία που έχει επί το πλείστον ευνοήσει την Ρωσία: η Σουηδία και η Φινλανδία είναι από καιρό προσεκτικές ώστε να μην αμφισβητήσουν ανοιχτά τον μεγαλύτερο γείτονά τους. Από την ρωσική οπτική γωνία, η σουηδική και η φινλανδική ένταξη στο ΝΑΤΟ θα ξαναγράψει αυτό το παρελθόν και θα δημιουργήσει αβεβαιότητα για το μέλλον των γεωπολιτικών σχέσεων μεταξύ των τριών χωρών.

Με δεδομένες τις ισορροπίες, το να έρθουν η Σουηδία και η Φινλανδία στο ΝΑΤΟ φαίνεται σαν να μην θέλει σκέψη. Όμως, οι δύο χώρες πρέπει να συμφωνήσουν σε αυτό. Για τους εξωτερικούς παρατηρητές, η γενική απροθυμία τους να ενταχθούν στο ΝΑΤΟ μπορεί να φαίνεται παράξενη. Κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, και οι δύο επιδίωκαν έναν συνδυασμό σχετικά ισχυρής εδαφικής άμυνας και ουδέτερης εξωτερικής πολιτικής, με στόχο την μείωση των εντάσεων μεταξύ των υπερδυνάμεων. Στην Φινλανδία, η πολιτική αυτή είχε τις ρίζες της στην εμπειρία μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο όπου εξισορροπούσε με επιτυχία την διαβίωση δίπλα στην Σοβιετική Ένωση με το να διατηρεί παράλληλα μια δημοκρατία και μια φιλελεύθερη οικονομία τής αγοράς. Στην Σουηδία, η πολιτική ήταν περισσότερο αποτέλεσμα της ιδέας των πολιτών ότι τα χρυσά χρόνια τής χώρας τους μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (όσον αφορά την οικονομική ευημερία και την διεθνή ηθική υπόσταση) ήταν στενά συνδεδεμένα με την ένοπλη ουδετερότητα - η ιδέα ότι μόνο η Σουηδία βρίσκεται ανάμεσα στην Ανατολή και την Δύση ως υποστηρικτής τής παγκόσμιας ειρήνης. Μέχρι στιγμής, κανένα από τα μεγάλα πολιτικά κόμματα των δύο χωρών δεν ήταν πρόθυμο να αμφισβητήσει αυτές τις ιστορικές κληρονομιές. Και, όπως ήταν αναμενόμενο, αμφότεροι οι πληθυσμοί εναντιώνονται σθεναρά στην ένταξη στο ΝΑΤΟ.

Ωστόσο, στην περίπτωση της Σουηδίας, η επίσημη ερμηνεία τού Ψυχρού Πολέμου δεν αποτελεί ολόκληρη την ιστορία. Η επίσημη ένοπλη ουδετερότητα συμπληρώθηκε με μυστική διμερή συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες και με επιλεγμένες χώρες τού ΝΑΤΟ, που εγγυώντο την υποστήριξη της Δύσης σε περίπτωση πολέμου με την Σοβιετική Ένωση. Αυτή η δυαδικότητα λειτούργησε για μεγάλο χρονικό διάστημα, και η πολιτική ελίτ τής Σουηδίας αισθανόταν άνετα να επιζητεί ασφάλεια μέσω των ανεπίσημων διμερών σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλες ευρωπαϊκές χώρες, και όχι μέσα από την επίσημη ένταξη στο ΝΑΤΟ. Η εγγύτητα της Φινλανδίας στην Ρωσία και η ισχυρή παράδοση της αυτάρκειας έκανε τις επιλογές της πιο περιορισμένες από όσο της Σουηδίας.

Όμως, η εισβολή τής Ρωσίας στην Γεωργία το 2008 ταρακούνησε πολλές χώρες, συμπεριλαμβανομένων της Σουηδίας και της Φινλανδίας. Ακόμα αποφασισμένη να μείνει έξω από το ΝΑΤΟ, η σουηδική κυβέρνηση εξέδωσε μονομερώς μια δήλωση αλληλεγγύης το 2009 αναφέροντας ότι η Σουηδία θα υποστηρίξει τους γείτονές της στην Σκανδιναβία και την ΕΕ σε περίπτωση καταστροφής ή ένοπλης επίθεσης. Η Σουηδία δήλωσε ότι περίμενε παρόμοια υποστήριξη υπό παρόμοιες συνθήκες. Εκείνη την εποχή, η δήλωση έγινε δεκτή με σκεπτικισμό, αν όχι εντελώς με διάθεση γελοιοποίησης, και, στην συνέχεια, σε μεγάλο βαθμό αγνοήθηκε. Όμως, η ρωσική εισβολή στην Κριμαία αναζωπύρωσε τις ανησυχίες τής Σουηδίας, οι οποίες δεν καθησυχάστηκαν από τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις τού Γενικού Γραμματέα τού ΝΑΤΟ, Άντερς Φογκ Ράσμουσεν, ότι αν και η Σουηδία είναι ο πιο ενεργός και πιο ικανός συνεργάτης τού ΝΑΤΟ, δεν μπορεί να υπολογίζει στην βοήθεια σε περίπτωση επίθεσης – στο κάτω-κάτω, η εγγύηση ασφάλειας του άρθρου 5 της συμμαχίας καλύπτει μόνο τα μέλη τού ΝΑΤΟ. Και το γεγονός ότι η Ουκρανία, όπως η Σουηδία και η Φινλανδία, είναι ένα μακροχρόνιο μέλος τής νατοϊκής Σύμπραξης για την Ειρήνη, αλλά δεν έλαβε καμία ουσιαστική βοήθεια στην αντιμετώπιση της ρωσικής επιθετικότητας, υπογράμμισε έντονα τα θετικά τής ένταξης στο ΝΑΤΟ. Αυτό το μήνυμα δεν έχει χαθεί ούτε για την Φινλανδία. Ο πρωθυπουργός τής Φινλανδίας δήλωσε πρόσφατα την υποστήριξή του για μια ανοικτή συζήτηση σχετικά με το ΝΑΤΟ, καταδεικνύοντας το πόσο σοβαρά βλέπει η φινλανδική πολιτική ελίτ την κατάσταση.

Με άλλα λόγια, περισσότερο από ποτέ, αμφότερες οι χώρες ίσως να είναι πρόθυμες να ενταχθούν στη συμμαχία. Πολλές από τις πολιτικές και στρατιωτικές δομές στην Σουηδία και την Φινλανδία γίνονται όλο και πιο θετικές με την ιδέα. Το κρίσιμο σημείο είναι το ευρύ κοινό, το οποίο παραμένει πιο επιφυλακτικό. Για τον λόγο αυτό, είναι απίθανο οι αιτήσεις προσχώρησης της Σουηδίας και της Φινλανδίας να κατατεθούν αύριο - ή ακόμα και την επόμενη εβδομάδα - στην έδρα τού ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες. Όμως, δεδομένης της σημασίας της ένωσης των δυνάμεων και των τριών, οι ηγέτες τής Δύσης θα πρέπει να αρχίσουν να κάνουν κρατήσεις για πτήσεις προς την Στοκχόλμη και το Ελσίνκι ώστε να εξηγήσουν εκεί ότι η Σουηδία και η Φινλανδία θα ήταν όχι μόνο οι πιο ευπρόσδεκτες στο ΝΑΤΟ, αλλά ότι οι χώρες έχουν ευθύνη απέναντι στους δικούς τους πολίτες - καθώς και για τους πολίτες των γειτονικών χωρών - ώστε να γίνουν μέρος μιας μακροπρόθεσμης λύσης για την αντιμετώπιση της Ρωσίας στην Ανατολική Ευρώπη. Οι ηγέτες τής Σουηδίας και της Φινλανδίας θα πρέπει να ακούσουν προσεκτικά και θα πρέπει να αποποιηθούν τελικά τις κληρονομιές τού παρελθόντος με τον πραγματιστική διαδικασία που είναι, άλλωστε, ο σκανδιναβικός τρόπος.

Copyright © 2002-2012 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: http://www.foreignaffairs.com/articles/141377/jan-joel-andersson/nordic-...