Πέμπτη, 29 Μαΐου 2014

FOREIGN AFFAIRS || Έρχεται καταιγίδα στη Μέση Ανατολή. Πώς οι νέες αντιπαλότητες μεταμορφώνουν το στρατηγικό τοπίο (Του Tarek Osman)

 
Περίληψη: 
Από τις στάχτες τής επανάστασης, την καταστολή και τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, μια νέα μάχη έχει αναδυθεί βάζοντας τους ισλαμιστές στο Κατάρ και την Τουρκία ενάντια στις παραδοσιακές αραβικές δημοκρατίες και μοναρχίες, όπως η Αίγυπτος και η Σαουδική Αραβία. Η έκβαση της μάχης θα μπορούσε να αλλάξει ολόκληρο το στρατηγικό τοπίο τής περιοχής.

Ο TAREK OSMAN είναι ο συγγραφέας τού βιβλίου Egypt on the Brink.
 
Από τα μέσα τού εικοστού αιώνα, η Μέση Ανατολή έχει δει περιφερειακούς ηγεμόνες να έρχονται και να παρέρχονται. Οι δεκαετίες τού 1950 και του 1960 ήταν η εποχή τής Αιγύπτου: Το Κάιρο ήταν η πρωτεύουσα του αραβικού κόσμου και η πόλη τού μετα-αποικιακού χαρισματικού ηγέτη της, Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ. Αλλά η νίκη τού Ισραήλ επί της Αιγύπτου, της Ιορδανίας και της Συρίας στον πόλεμο του 1967, ο θάνατος του Νάσερ το 1970, και η άνοδος των τιμών τού πετρελαίου μετά τον πόλεμο του 1973 έφερε το τέλος αυτής της εποχής. Καθώς εκατομμύρια Αιγυπτίων και των άλλων Αράβων έφυγαν από τις πατρίδες τους για τον πλούσιο σε πετρέλαιο Κόλπο, το επίκεντρο της αραβικής πολιτικής πήγε μαζί τους. Καθώς οι περιουσίες τού Κόλπου αυξήθηκαν, ιδίως στην Σαουδική Αραβία, το ίδιο συνέβη και στην πολιτική επιρροή τού Ριάντ. Η εισβολή τού ηγέτη τού Ιράκ, Σαντάμ Χουσεΐν, στο Κουβέιτ το 1990, ωστόσο, και ο επακόλουθος πόλεμος υπό αμερικανική ηγεσία, ο οποίος ξεκίνησε από Σαουδαραβικό έδαφος, κατέστησε σαφές ότι το πετρέλαιο θα μπορούσε να κάνει τις χώρες τού Κόλπου, συμπεριλαμβανομένης της Σαουδικής Αραβίας, να αποκτήσουν μεγάλη επιρροή, αλλά θα εξακολουθούν να χρειάζονται την αμερικανική προστασία.
Μετά τον Πόλεμο του Κόλπου, κατά το πρώτο ήμισυ της δεκαετίας τού 1990, η Συμφωνία τού Όσλο μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων και η Συνθήκη Ειρήνης Ισραήλ - Ιορδανίας, που προώθησε ο πρωθυπουργός Γιτζάκ Ράμπιν, έδωσαν ώθηση στο Ισραήλ στη Μέση Ανατολή. Η περιφερειακή οικονομική συνεργασία έλαβε κεντρικό ρόλο, βάζοντας με την αισιοδοξία τής ειρήνης και της ενσωμάτωσης, στην άκρη την πολιτική των προηγούμενων τεσσάρων δεκαετιών. Η δολοφονία τού Ράμπιν το 1995 διέκοψε απότομα αυτές τις ελπίδες. Η ειρηνευτική διαδικασία απέτυχε προς το τέλος τής δεκαετίας, καθώς μια νέα δεξιά στην ισραηλινή πολιτική ανήλθε στην εξουσία, δύσκολα διατεθειμένη για οποιαδήποτε εγγύτητα με τους γείτονές της.

Και τότε υπήρξε ένα κενό. Η δεκαετία τού 2000 δεν ήταν η δεκαετία κανενός. Καμία αραβική χώρα δεν είχε την εξουσία, τους πόρους ή την αξιοπιστία για να εδραιωθεί σε ολόκληρη την περιφέρεια. Ο σεχταρισμός εξαπλώθηκε, τροφοδοτημένος από την αμερικανική κατοχή στο Ιράκ και τον επακόλουθο εμφύλιο πόλεμο. Αραβικές δημοκρατίες, όπως η Αίγυπτος, η Συρία και η Τυνησία, έγιναν μάρτυρες τρομακτικών επιπέδων διαφθοράς που διάβρωσαν τα θεμέλια πάνω στα οποία χτίστηκαν στην δεκαετία τού 1950: την κοινωνική ισότητα και την συναίνεση των μικροαστών στα βασιλικά καθεστώτα. Στον Περσικό Κόλπο, οι άρχουσες δυναστείες φρόντισαν να μετατρέψουν τις πόλεις τής ερήμου σε λαμπερές πόλεις, σύμφωνα με το πρότυπο του Χονγκ Κονγκ και της Σιγκαπούρης, και απομάκρυναν τον εαυτό τους από τα προβλήματα των άλλων Αράβων γειτόνων τους. Ενώ σε προηγούμενες δεκαετίες το στρατηγικό τοπίο τής περιοχής εξαρτάτο από την υπεροχή μιας χώρας, κατά το 2011, με τόσο μεγάλο μέρος τής περιοχής να παραπατά και να αποτυγχάνει να εφαρμόσει σοβαρά εθνικά ή περιφερειακά πολιτικά σχέδια, οι κυρίαρχοι παίκτες στη Μέση Ανατολή φαίνεται να είναι οι οικονομικοί παράγοντες, από πολυεθνικές εταιρείες μέχρι περιφερειακά οικονομικά συμφέροντα.

Οι αραβικές εξεγέρσεις των τελευταίων τριών ετών διατάραξαν την ισορροπία δυνάμεων για μια ακόμη φορά, ανατρέποντας τρεις από τις αραβικές δημοκρατίες, την Αίγυπτο, την Λιβύη και την Τυνησία, απειλώντας τις αραβικές μοναρχίες τού Κόλπου, και υφαίνοντας χάος γύρω από το Ισραήλ. Ενώ οι περισσότεροι παρατηρητές αξιολογούν τις εξεγέρσεις σε σχέση με τις πολιτικές αλλαγές που έγιναν ή δεν έγιναν, υπάρχουν και άλλες δυνάμεις στο παιχνίδι. Μια μεγαλύτερη μάχη για την εξουσία έχει προκύψει από τις στάχτες τής επανάστασης, την καταστολή και τον πόλεμο από την Τυνησία μέχρι την Συρία, η οποία αναμορφώνει ολόκληρο το στρατηγικό τοπίο τής Μέσης Ανατολής. Το αποτέλεσμά της θα μεταμορφώσει ολόκληρη την περιοχή περισσότερο από κάθε άλλη περιφερειακή αντιπαλότητα ή την άνοδο ή την πτώση οποιασδήποτε μοναδικής δύναμης στον προηγούμενο μισό αιώνα.

ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ
Στην καρδιά αυτού του μετασχηματισμού είναι δύο ομάδες χωρών και πολιτικών δυνάμεων με αντίθετους στόχους. Η πρώτη, με επικεφαλής ισλαμιστικές δυνάμεις στο Ιράν, το Κατάρ, την Τουρκία, και τις μεγάλες αραβικές πολιτικές ισλαμιστικές ομάδες όπως η Μουσουλμανική Αδελφότητα, έχει ως στόχο να διοχετεύσει την ενέργεια των αραβικών εξεγέρσεων προς έναν σταδιακό εξισλαμισμό τής περιοχής. Ο ορισμός αυτού του εξισλαμισμού ποικίλλει ανάλογα με τις ιδεολογίες, τα υπόβαθρα και τις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες τής κάθε χώρας. Η ενωτική πεποίθηση αυτού του στρατοπέδου, όμως, είναι ότι το πολιτικό Ισλάμ είναι το μόνο πλαίσιο διακυβέρνησης. Τα μέλη του πιστεύουν ότι, σε αντίθεση με την παλιά ρητορική τού κοσμικού αραβικού εθνικισμού ή του ρεπουμπλικανισμού, ο ισλαμισμός μπορεί να κερδίσει πραγματικά υποστήριξη από τις ευρύτερες κοινωνικές ομάδες στην περιοχή - και να την διατηρήσει. Για την προώθηση των στόχων του, το στρατόπεδο αυτό χρησιμοποιεί ένα χαλαρά οργανωμένο δίκτυο μέσων μαζικής ενημέρωσης, θρησκευτικών αρχών και οικονομικών συμφερόντων για να ξεσηκώσει μεγάλα τμήματα από περισσότερα από 180 εκατομμύρια Άραβες που είναι κάτω των 35 ετών ώστε να απαιτήσουν εκ βάθρων αλλαγές.

Το άλλο στρατόπεδο, με επικεφαλής την Σαουδική Αραβία και άλλες μοναρχίες τού Κόλπου όπως το Κουβέιτ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, και που υποστηρίζεται από την Αίγυπτο, το Ισραήλ και την Ιορδανία, βλέπει αυτόν τον μετασχηματισμό ως απειλή. Αυτοί - οι παραδοσιακοί - πιστεύουν ότι ο εξισλαμισμός θα φέρει περαιτέρω κατακερματισμό σε ορισμένες χώρες, όπως το Ιράκ, τον Λίβανο και την Συρία, μεγάλη πολιτική αναστάτωση και κοινωνική διχόνοια σε άλλες, όπως η Αίγυπτος, και ενίσχυση των τζιχαντιστικών ομάδων σε ολόκληρη την περιοχή. Ευνοώντας μια πιο σταδιακή, διαχειρίσιμη και πολύ προσεκτική εξέλιξη της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων, το παραδοσιακό στρατόπεδο βασίζεται σε στρατούς, μηχανισμούς ασφαλείας, μέσα ενημέρωσης και οικονομικά συμφέροντα, και άλλα κρατικά ή κρατικά υποστηριζόμενα θεσμικά όργανα για να επιβάλουν ένα μήνυμα εθνικής διαφύλαξης και να προστατεύσουν τις χώρες τους από την αναταραχή που εκτυλίσσεται σε ολόκληρη την περιοχή.

Η μάχη μεταξύ των δύο ομάδων αποτελεί ένα νέο είδος ανταγωνισμού στη Μέση Ανατολή. Οι προηγούμενοι ανταγωνισμοί μεταξύ Αράβων κοσμικών και ισλαμιστών (για παράδειγμα, μεταξύ του Νάσερ και της αιγυπτιακής Μουσουλμανικής Αδελφότητας στην δεκαετία τού 1950, ή μεταξύ του καθεστώτος Άσαντ και της Αδελφότητας στα τέλη τού 1970 και στις αρχές τής δεκαετίας τού 1980) αφορούσαν χώρες και ειδικά καθεστώτα. Η αραβο-ισραηλινή διαμάχη, εν τω μεταξύ, ήταν κατά κύριο λόγο για εδάφη. Και ο αγώνας ανάμεσα στις κοσμικές αραβικές δημοκρατίες και τις μοναρχίες τού Κόλπου σε όλη την δεκαετία τού 1960 (όπως μεταξύ της Αιγύπτου τού Νάσερ και της Σαουδικής Αραβίας) περιστράφηκαν γύρω από την επιβίωση των ειδικών καθεστώτων. Αυτή η αναδυόμενη αντιπαράθεση δύο στρατοπέδων, ωστόσο, γίνεται σχετικά με την φύση και το μέλλον των κοινωνιών τής περιοχής, από την Βόρειο Αφρική μέχρι τον Κόλπο.

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΣΕ ΚΑΘΕ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ
Ο αγώνας μεταξύ των δύο στρατοπέδων θα καθοριστεί από τέσσερις παράγοντες. Ο πρώτος είναι το μέλλον τής Αιγύπτου. Με σχεδόν 90 εκατομμύρια ανθρώπους, η χώρα είναι ο τόπος τού ενός τρίτου τού συνόλου των Αράβων και, για δεκαετίες, υπήρξε πολιτιστικό επίκεντρο της περιοχής. Το πολιτικό Ισλάμ έχει ήδη διαμορφώσει την πολιτική τής Αιγύπτου μετά την πτώση τού προέδρου Μουμπάρακ, καθ’ όλο τον χρόνο τής προεδρίας Mohamed Morsi, και, από την ανατροπή τού Morsi το περασμένο καλοκαίρι, στην συνεχιζόμενη διαμάχη μεταξύ των αναδυόμενων εθνικιστών - και στον πυρήνα τους, το στρατιωτικό κατεστημένο - και των ισλαμιστών. Αλλά είναι πραγματικά η οικονομία τής Αιγύπτου που θα καθορίσει την πορεία της χώρας. Εάν η κυβέρνηση της Αιγύπτου, πιθανόν υπό την ηγεσία τού στρατάρχη Abdel Fattah El- Sisi που αναμένεται ευρέως να κερδίσει στις προεδρικές εκλογές τής 25ης και 26ης Μαΐου, μπορέσει τελικά να προωθήσει τις αδήριτα αναγκαίες οικονομικές μεταρρυθμίσεις, συμπεριλαμβανομένης της περικοπής των δυσβάσταχτων δημόσιων επιδοτήσεων, χωρίς να χάσει την λαϊκή υποστήριξη διακινδυνεύοντας ένα νέο γύρο πολιτικής διαμαρτυρίας, τότε η Αίγυπτος θα μπορούσε να ανακτήσει το κύρος της ως παίκτης στην περιοχή και να ενισχύσει σημαντικά το δεύτερο στρατόπεδο. Αλλά αυτό είναι μια δύσκολη υπόθεση. Και αν αποτύχει, άλλος ένας γύρος αναταραχής θα καταδίκαζε το στρατόπεδο των παραδοσιακών.

Η δεύτερη μεταβλητή αφορά στο μέλλον τής Αλγερίας, της μεγαλύτερης και πλουσιότερης χώρα τής Βόρειας Αφρικής, σε μεγάλο βαθμό χάρη στον πλούτο της σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο. (Η Αλγερία είναι ο τρίτος μεγαλύτερος προμηθευτής ενέργειας της Ευρώπης). Το στρατιωτικό καθεστώς έχει αγοράσει χρόνο μέχρι να μπορέσει να βρει αντικαταστάτη για τον προβληματικό, ηλικιωμένο πρόεδρο Μπουτεφλίκα. Ο αντικαταστάτης του θα πρέπει να είναι αποδεκτός από τους στρατηγούς που ελέγχουν την χώρα για πάνω από τέσσερις δεκαετίες και να είναι διαλλακτικός με τους πολιτικούς ισλαμιστές που πολέμησαν το καθεστώς καθ’ όλη την δεκαετία τού 1990 σε έναν πόλεμο που στοίχισε 100.000 ζωές. Το καθεστώς εξακολουθεί να επιβιώνει εξαγοράζοντας διαφωνούντες και παίζοντας το χαρτί τού φόβου τής επιστροφής στην βία τής δεκαετίας τού 1990, ο οποίος αναγκάζει πολλούς Αλγερινούς να δεχθούν την έλλειψη πλουραλισμού με αντάλλαγμα την ειρήνη και την σταθερότητα. Όμως, αν και το καθεστώς τής Αλγερίας επιβίωσε άθικτο στο κύμα των διαμαρτυριών τού 2011, δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί αλεξίσφαιρο. Το αλγερινό πολιτικό Ισλάμ έχει εξελιχθεί πέρα από την ανταγωνιστική κοσμοθεωρία τής δεκαετίας τού 1990. Νέα αλγερινά ισλαμιστικά κόμματα θα μπορούσαν να αναδυθούν ως σοβαροί ανταγωνιστές τού στρατιωτικού καθεστώτος. Και με τους τεράστιους οικονομικούς πόρους τής Αλγερίας, κάτι τέτοιο θα δώσει στο ισλαμιστικό στρατόπεδο ένα σημαντικό στρατηγικό πλεονέκτημα.

Ο τρίτος παράγοντας είναι η Σαουδική Αραβία, όπου η βασιλική οικογένεια έχει στυλώσει τα πόδια της. Μια αυξανόμενη μεσαία τάξη που έχει ένα τεράστιο μερίδιο στην οικονομία - και εκτίθεται όλο και περισσότερο σε πολιτικά και κοινωνικά ρεύματα έξω από το συντηρητικό βασίλειο - έχει επιτέλους αρχίσει να απαιτεί πολιτική εκπροσώπηση. Εν τω μεταξύ, οι οικονομικές προοπτικές τής Σαουδικής Αραβίας επιδεινώνονται αργά. (Η χώρα αναμένεται να καταστεί καθαρός εισαγωγέας ενέργειας μέχρι το 2030). Μια υφεσιακή οικονομία, το μόνο που θα κάνει είναι να εμποδίσει την ικανότητα της βασιλικής οικογένειας να συνεχίσει να εξαγοράζει την υποστήριξη της μεσαίας τάξης μέσω της κοινωνικής πρόνοιας και των δημοσίων επιδομάτων. Οι απειλές μιας σιιτικής εξέγερσης χαμηλού επιπέδου στην ανατολική επαρχία τού βασιλείου, μιας ανανεωμένης μαχητικότητας σιιτών Χούθι στα σύνορα με την Υεμένη, ή ενός κινήματος διαμαρτυρίας των νεαρών, δυσαρεστημένων Σαουδαράβων, θα μπορούσε να διαβρώσει την εξουσία τής κυβέρνησης. Μια αποδυνάμωση του καθεστώτος τής Σαουδικής Αραβίας θα μπορούσε να υπονομεύσει το στρατόπεδο των παραδοσιακών εκτρέποντας τους πόρους και συρρικνώνοντας την βούληση των πιο ισχυρών και σίγουρων μελών του.

Αλλά υπάρχει και ένα άλλο σενάριο. Ο βασιλιάς Αμπντάλα, ο οποίος είναι 89 ετών, έχει ανακατέψει τις ευθύνες και τις θέσεις εντός τής κυβερνώσας οικογένειας, και οι αναδυόμενοι (σχετικά νέοι) πρίγκιπες γνωρίζουν τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει το πολιτικό τους σύστημα. Αν, υποκινημένο από αυτές τις υπαρξιακές απειλές, το καθεστώς τής Σαουδικής Αραβίας μπορέσει να εξελιχθεί και να μετατρέψει το βασίλειο σε μια λειτουργική συνταγματική μοναρχία στην οποία να γίνονται σεβαστά τα πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά δικαιώματα των μεγάλων ομάδων των νεαρών Σαουδαράβων, αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια μακρά, αλλά σχετικά σταθερή μετάβαση. Μια νέα, δυναμική Σαουδική ηγεσία, ενισχυμένη από την πολιτική νομιμοποίηση, θα εμπνεύσει ισχυρή δυναμική στο στρατόπεδο των παραδοσιακών.

Ο τέταρτος παράγοντας είναι το πόσο πολύ περισσότερο χάος θα δει η Μέση Ανατολή στην επόμενη δεκαετία. Ο εμφύλιος πόλεμος στην Συρία είναι πιθανό να τελειώσει με μια επίφαση μιας κεντρικής εξουσίας στην Δαμασκό, που θα περιβάλλεται από σχεδόν ανεξάρτητες πολιτικές οντότητες. Αρκετές σαλαφίτικες τζιχαντιστικές ομάδες στην χώρα θα μπορούσαν να καταφέρουν να οχυρωθούν στις ολοένα και περισσότερο άνομες ερήμους που εκτείνονται από την ανατολική Συρία ως το δυτικό Ιράκ, όπου θα μπορούσαν να προσπαθήσουν να ιδρύσουν ισλαμικά κρατίδια, απομονωμένα από τον υπόλοιπο κόσμο (όπως παρόμοιες ομάδες έχουν προσπαθήσει στο Αφγανιστάν και στον Καύκασο). Η παρουσία τους θα είναι μια πηγή βίας και πολιτικής αστάθειας, κυρίως για την Συρία και το Ιράκ, αλλά και για τον Λίβανο και την Ιορδανία, ανοίγοντας περισσότερα μέτωπα στη μάχη μεταξύ των δύο στρατοπέδων.

Το στρατόπεδο που μπορεί να στρέψει τους πολιτικούς ανταγωνισμούς στην περιοχή προς όφελός του, εκτρέποντας το ενδεχόμενο χάος και διοχετεύοντας τις συνέπειές του στο άλλο στρατόπεδο, θα είναι σε καλύτερη θέση να κερδίσει αυτόν τον στρατηγικό αγώνα.


ΕΡΧΕΤΑΙ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ
Όσο απρόβλεπτη κι αν πρόκειται να είναι η Μέση Ανατολή για τα επόμενα λίγα χρόνια, υπάρχουν μερικές βεβαιότητες. Πρώτον, ακολουθώντας το μοτίβο των τελευταίων πέντε δεκαετιών και ολοένα και περισσότερο ωθούμενο από τα δημογραφικά και τις ήδη απτές πολιτιστικές τάσεις στο κολοσσιαίο κομμάτι τής νεολαίας τής περιοχής, το κύμα τής αστικοποίησης, της εκδυτικοποίησης και του αυξανόμενου φιλελευθερισμού θα αποδειχθεί ασταμάτητο. Αυτό θα αποδυναμώσει τους ισλαμιστές, επειδή οι προσπάθειές τους να εξελίξουν την ρητορική τους και τα πολιτικά τους μηνύματα ώστε να ταιριάζουν με αυτές τις τάσεις, θα μειώσουν την υποστήριξη από πυρήνα των ψηφοφόρων τους και σταδιακά θα αποκολληθούν από το ισλαμικό πλαίσιο αναφοράς στο οποίο έχει οικοδομηθεί ολόκληρο το κίνημά τους. Δεύτερον, λόγω των ανταγωνιστικών ελλειμμάτων στην ποιότητα της εκπαίδευσης, της τεχνολογικής προόδου και του ενεργειακού κόστους - εκτός από τις διαφαινόμενες κρίσεις για το νερό στο Νείλο και τον ποταμό Ιορδάνη - σχεδόν όλες οι μεγάλες χώρες τής περιοχής θα αντιμετωπίσουν κοινωνικο-οικονομική αναταραχή μέσα στην επόμενη δεκαετία. Αυτό θα αποδυναμώσει το παραδοσιακό στρατόπεδο, το οποίο βασίζεται σε δομημένες εξουσίες.

Κατά μια έννοια, λοιπόν, και τα δύο στρατόπεδα θα μπορούσαν να ηττηθούν. Οι κοινωνικο-οικονομικές προκλήσεις που όλες αυτές οι χώρες θα αντιμετωπίσουν θα μπορούσαν να προκαλέσουν μια νέα εξέγερση της νεολαίας, η οποία, σε αντίθεση με τις εξεγέρσεις το 2011, δεν θα απευθύνεται στους νυν άρχοντες αλλά σε ολόκληρο το πολιτικό και οικονομικό οικοδόμημα που ελέγχει αυτές τις χώρες. Μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε γρήγορα να υποβαθμίσει τις εξουσίες των εδραιωμένων θεσμικών οργάνων στις παλιές αραβικές δημοκρατίες, καθώς και στις μοναρχίες τού Κόλπου. Θα μπορούσε επίσης να υπονομεύσει τις προοπτικές τού πολιτικού Ισλάμ. Ό,τι κι αν συμβεί, λοιπόν, η ικανότητα προσαρμογής θα είναι το κλειδί και για τους ισλαμιστές και για τους παραδοσιακούς. Το στρατόπεδο που θα προσαρμοστεί σε αυτά τα κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά κύματα θα έχει περισσότερες πιθανότητες να αντέξει την καταιγίδα που πλησιάζει.

Copyright © 2002-2012 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: http://www.foreignaffairs.com/articles/141442/tarek-osman/who-will-win-t...