Τετάρτη, 29 Νοεμβρίου 2017

Η Ριζική Ανατροπή της Ιστορικής Στρατιωτικής Ισορροπίας, οι Αιτίες της και Ορισμένα Πολιτικά Ερωτήματα

GT
[..]  η διεύρυνση της απόστασης ανάμεσα στο στρατιωτικό δυναμικό της Ελλάδας και σ’ εκείνο της Τουρκίας αποτυπώνει λίγο-πολύ πιστά την επέκταση του τουρκικού γεωπολιτικού δυναμικού και τη συρρίκνωση του αντίστοιχου ελληνικού.
Γεωπολιτικές και Στρατηγικές Παράμετροι ενός Ελληνοτουρκικού Πόλεμο, 1996
Π. Κονδύλης

Η αύξουσα γενική υπεροχή της Τουρκίας τα τελευταία χρόνια έχει εξαναγκάσει την εθνικιστική υπεροψία πολλών Ελλήνων να χαμηλώσει αισθητά τους τόνους της. Ωστόσο στο σύνολό της η ελληνική πλευρά δεν έχει ακόμη συνειδητοποιήσει το μέγεθος και τις συνέπειες της πληθυσμιακής και οικονομικής ανόδου της Τουρκίας, και μάλιστα της βαθμιαίας μετατροπής της σε βιομηχανική δύναμη.
Ιδεολογίες και Εθνική Στρατηγική, 1998
Π. Κονδύλης
Η στρατιωτική ισχύς της χώρας κατά την τελευταία οκταετία υποχωρεί ραγδαία, και η υποχώρηση λαμβάνει πλέον διαστάσεις κατάρρευσης. Ταυτόχρονα, η τουρκική στρατιωτική ισχύς όχι απλώς συνεχίζει να αυξάνεται, αλλά πλέον λαμβάνει διαστάσεις διαφορετικής κλίμακας και τάξης μεγέθους από την ελληνική. Στο πλαίσιο αυτό (και σε οποιοδήποτε αναλυτικό πλαίσιο που να έχει σημασία, άλλωστε) ως στρατιωτική ισχύς νοείται όχι μόνον η πολεμική ισχύς του στρατιωτικού οργανισμού της χώρας, αλλά και η τεχνολογική και βιομηχανική ικανότητα της χώρας να υποστηρίξει εξοπλιστικά τον στρατιωτικό μηχανισμό.
Όπως αναφέρει ο αείμνηστος Παναγιώτης Κονδύλης στις περικοπές που παρατίθενται εισαγωγικά, η αυξανόμενη ανισορροπία του στρατιωτικού δυναμικού των δύο χωρών αποτελεί απλή αντανάκλαση της αυξανόμενης απόστασης ανάμεσα στο γεωπολιτικό δυναμικό τους. Η ελληνική «οικονομική κρίση» των τελευταίων οκτώ ετών καθώς και η τουρκική αναπτυξιακή εκτίναξη της τελευταίας δεκαετίας αποτελούν απλώς την πιο εξόφθαλμη κατάληξη μιας πορείας που έχει ξεκινήσει πολύ πιο πριν και που ασφαλώς δεν περιορίζεται στην οικονομική διάσταση.
Η ανισορροπία στην ανάπτυξη δεν αφορά, προφανώς, μόνον τη στρατιωτική και οικονομική ισχύ, αλλά εκτείνεται στη συνολική ισχύ και διεθνή βαρύτητα των δύο χωρών. Προφανώς το υπόστρωμα της διαφοράς υφίστατο και διαμορφωνόταν επί δεκαετίες (όπως, πχ, στον πληθυσμιακό τομέα), και η διαφορά στην οικονομική ισχύ είχε ήδη διευρυνθεί δραματικά ήδη στα τέλη της δεκαετίας του ’90, όπως φαίνεται στις εισαγωγικές διαπιστώσεις του Κονδύλη, όμως από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 αφ’ ενός η μεν Ελλάδα άρχισε να χάνει ραγδαία την πολιτική της ισχύ, η δε Τουρκία να την αναπτύσσει ραγδαία – και την πορεία της πολιτικής κατάστασης στις δύο χώρες ακολούθησε, με εντυπωσιακή ακρίβεια, η ισχύς των χωρών στους υπόλοιπους τομείς. Και η πολιτική πορεία των δύο χωρών είναι που θέτει ορισμένα κρίσιμα πολιτικά ερωτήματα, που εκφεύγουν κατά πολύ της τρέχουσας πολιτικής συγκυρίας.
Σε επόμενες αναρτήσεις θα επιχειρηθεί να αποτυπωθεί αυτή ακριβώς η κατάσταση, και θα διατυπωθούν τα ερωτήματα που ευλόγως προκύπτουν – τα οποία είναι, αναπόφευκτα, πολιτικά.