Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2014

Η Κύπρος δεν κείται μακράν ♦ του Δ. Πολίτη



H Κύπρος, όπως και η Κρήτη, η Πελοπόννησος, η Θράκη και όλες οι υπόλοιπες ελληνικές περιοχές, είναι αναπόσπαστο μέρος ενός ενιαίου εθνικού συνόλου
Κατά την δεκαετία του ’80, εμφανίσθηκε μία προσπάθεια τεχνητής κατασκευής μίας υποτιθέμενης «κυπριακής ταυτότητας» από διάφορους «προοδευτικούς» κυπριακούς και ελλαδικούς κύκλους. Αυτή η προσπάθεια αποσκοπούσε πρωτοσταδίως στην αποκοπή των Ελλήνων της Κύπρου από τον εθνικό ελληνικό κορμό. Δευτεροσταδίως δε αποσκοπούσε στην ένταξη, στην υποτιθέμενη αναδυόμενη κυπριακή ταυτότητα, και των Τούρκων της Μεγαλονήσου. Έλληνες και Τούρκοι της Κύπρου θα έπαυαν να είναι Έλληνες και Τούρκοι, και θα γίνονταν «Κύπριοι». Έτσι, θα μπορούσε, πίστευαν ή έλεγαν ότι πίστευαν οι θιασώτες αυτής της σχολής, να δημιουργηθεί μία «ενιαία κυπριακή δημοκρατία», χωρίς εσωτερικές «εθνικιστικικές» διχοτομήσεις.
Σήμερα, υπό το φως των εξελίξεων που ακολούθησαν  την ανακήρυξη του ψευδοκράτους, τα δραματικά γεγονότα της Δερύνειας, το Σχέδιο Ανάν και την κυπριακή χρεωκοπία, όλα αυτά μπορεί να φαίνονται ασυναρτησίες ή και προϊόντα σκοτεινών προθέσεων, αλλά υπήρξε μία εποχή που κάποιοι επεχείρησαν να τα θέσουν επί τάπητος. Σκοπός τους ήταν άραγε η «λύση» του Κυπριακού; (λύση σε εισαγωγικά, διότι θα βασιζόταν σε ανύπαρκτα ερείσματα). Ή επεδίωκαν αλλότριες γεωπολιτικές σκοπιμότητες;
Η προπαγάνδα περί «κυπριακής ταυτότητας» καλλιέργησε εντέχνως την ευθύνη της ελλαδικής πλευράς γιά την εισβολή του Αττίλα. Ευθύνη αναμφισβήτητη, αλλά προϊόν απόφασης όχι μίας δημοκρατικά εκλεγμένης ελληνικής κυβέρνησης, αλλά ενός σκοτεινού, μυστικοκοπαθούς και πιθανότατα ψυχοπαθούς και πάντως πολιτικά και διπλωματικά αστοιχείωτου δικτάτορα. Δεν ήταν ευθύνη του ελληνικού λαού, ο οποίος στην Επιστράτευση του 1974 προσήλθε με ενθουσιασμό γιά να πολεμήσει γιά την Κύπρο. Το 1922 οι Μικρασιάτες αποκήρυξαν την αντιβενιζελική παράταξη επειδή τους κατέστρεψε, αλλά δεν αποποιήθηκαν την εθνική τους ταυτότητα. Το ίδιο και οι Κύπριοι δεν επρόκειτο να αποκηρύξουν την ελληνικότητά τους λόγω του εθνικού εγκλήματος του Ιωαννίδη.
Αφ’ ετέρου η προπαγάνδα περί «κυπριακής ταυτότητας» αξιοποίησε την ευνοϊκή μακρο-οικονομική συγκυρία, που προσέδιδε στην Κύπρο μία αίσθηση ευημερίας, αυτάρκειας και μη εξάρτητης από το εθνικό κέντρο. Αίσθηση όμως απατηλή, διότι παραγνώριζε μεταξύ άλλων  το γεγονός ότι η οικονομική αυτάρκεια δεν έχει καμμία έννοια αν δεν βασίζεται σε μία πολιτική και κυρίως αμυντική αυτάρκεια. Κάτι που επιβεβαιώθηκε πλήρως τα επόμενα χρόνια, κυρίως με την ένταξη της Κύπρου την Ευρωπαϊκή Ένωση, το Σχέδιο Ανάν, το Φυσικό Αέριο. Σε αυτές τις περιστάσεις αποδείχθηκε ότι μόνον ως ενιαίο σώμα Ελλάδα και Κύπρος μπορούν να είναι παρούσες στο παγκόσμιο γεωπολιτικό τοπίο.
Η «κυπριακή ταυτότητα» αποτελούσε στην πραγματικότητα εργαλειακή προϋπόθεση γιά την πολιτιστική και πολιτική αυτονόμηση της Κύπρου από τον Ελληνισμό και την απόσπασή της από την ευρύτερη ελληνική γεωπολιτική αρχιτεκτονική στην Ανατολική Μεσόγειο. Κανείς τότε δεν αντελήφθη ότι με αυτόν τον τρόπο η Κύπρος δεν θα έπαυε μόνον να αποτελεί «προέκταση» της Ελλάδας προς Ανατολάς, αλλά θα έπαυε ταυτόχρονα να αποτελεί και προγεφύρωμα του Ισραήλ προς δυσμάς. Διότι λίγοι συνειδητοποιούσαν ότι η Τουρκία, μετά τον Ψυχρό Πόλεμο και την βεβιασμένη ένταξή της στον Δυτικό Συνασπισμό, θα επέστρεφε στην βαθύτερη-άρα ισχυρότερη και αληθινώτερη- ασιατική και ισλαμική της ταυτότητα.
Η Κύπρος, παρά το γεγονός ότι βρίσκεται στον μυχό μεταξύ Μικράς Ασίας και Συρίας, παρά ταύτα κλιματολογικά, εδαφολογικά, οικονομικά, πολιτισμικά, εθνολογικά είναι ένα μέρος της Ελλάδας όσο η Πελοπόννησος και η Κρήτη. Ειδικά με τις δύο αυτές περιοχές η ταυτότητα εντυπωσιάζει σε επίπεδο προφορικής ομιλίας, ηθών και εθίμων, ενδυμασίας, μουσικής, χορών κλπ. Αν προσγειωθεί κανείς σε ένα κυπριακό χωριό χωρίς να γνωρίζει πού βρίσκεται, θα νομίζει ότι βρίσκεται στην Λακωνία ή στο Ηράκλειο. Αλλά και η αίσθηση του ανήκειν στο Ελληνικό έθνος είναι τόσο έντονη, ώστε, μετά την αποτυχία της Ενώσεως και την δημιουργία κυπριακού κράτους, όλο το πλαίσιο είναι αντίγραφο του ελλαδικού (π.χ. παρά την ύπαρξη κυπριακής σημαίας παντού κυματίζει η ελληνική, οι κυπριακές ένοπλες δυνάμεις είναι παραπληρωματικές των ελλαδικών, το εκπαιδευτικό σύστημα είναι αντίγραφο του ελλαδικού με τα ίδια σχολικά βιβλία κλπ.).
Αλλά και ιστορικά η Κύπρος ακολούθησε την μοίρα του όλου Ελληνισμού: υπήρξε μέρος του Αρχαιοελληνικού και του Ελληνιστικού κόσμου, μετά του Ρωμαϊκού και του Βυζαντινού, στην συνέχεια αποικία των Φράγκων όπως και οι υπόλοιπες ελληνικές περιοχές, γιά να καταλήξει στην τουρκοκρατία. Και, όπως μετά την Απελευθέρωσή της η Ελλάδα ενετάχθη στην βρεταννική σφαίρα επιρροής, έτσι και η Κύπρος έγινε- πιό άμεσα και πιό εμφανώς-βρεταννική αποικία.
H αποτυχία της Ενώσεως
Όπως και όλη η τεκτονική πλάκα στην οποία αναπτύσσεται ο Ελληνισμός εδώ και χιλιετίες, έτσι και η Κύπρος διακρίνεται γιά την τεράστια γεωπολιτική της σημασία. Η Βρεταννική Αυτοκρατορία την απέσπασε από την καταρρέουσα Οθωμανική το 1878 γιά να διασφαλίσει την πρόσβασή της στον Ινδικό Ωκεανό. Η Κύπρος υπήρξε γιά ογδόντα χρόνια βασικός κρίκος στην βρεταννική γεωπολιτική άλυσσο Γιβραλτάρ-Μάλτα-Κύπρος-Σουέζ.
Οι προσπάθειες των Κυπρίων να ενωθούν με την μητέρα πατρίδα αποκρούσθηκαν βίαια και όχι μόνον όσο η Μεγάλη Βρεταννία ήταν η παγκόσμια υπερδύναμη, δηλαδή μέχρι τον Δεύτερο Πόλεμο. Αλλά και όταν, μεταπολεμικά, εξουθενωμένη αν και νικήτρια, η Μεγάλη Βρεταννία προσπαθούσε να οργανώσει τα όποια ερείσματα της απέμεναν, ώστε να παραμείνει στην διεθνή σκακιέρα έστω και σε μικρότερη κλίμακα. Ενώ η αμερικανική πολιτική ενίσχυε τα αντι-αποικιοκρατικά κινήματα σε ολόκληρον τον κόσμο προκειμένου να αποδομήσει την βρεταννική και την γαλλική αποικιοκρατία, η Μεγάλη Βρεταννία έδινε μάχες οπισθοφυλακής, ενίοτε με επιτυχία. Δεν διέθετε πλέον την υλική πρωτοκαθεδρία στα πεδία της οικονομίας και της στρατιωτικής ισχύος, αλλά διατηρούσε την διπλωματική και πολιτική τεχνογνωσία μίας υπερδύναμης που είχε κυβερνήσει τον κόσμο γιά τριακόσια χρόνια και είχε αποικιοποιήσει τρεις ηπείρους.
Οπότε η βρεταννική πολιτική, έχοντας εκκενώσει την Ινδία το 1948, «στήλωσε τα πόδια» στην Κύπρο και βραχυκύκλωσε τo αναπόφευκτο αίτημα γιά την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, που ετέθη στον ΟΗΕ από την κυβέρνηση του στρατάρχη Παπάγου το 1954 ως δικαίωμα αυτοδιάθεσης του κυπριακού λαού. Η βρεταννική αδιαλλαξία εκφράσθηκε γλαφυρά τον Ιούλιο του 1954 στην Βουλή των Κοινοτήτων, όταν ο υφυπουργός Αποικιακών Υποθέσεων της Μεγάλης  Βρεταννίας Χένρυ Χόπκινσον δήλωσε ότι «η Κύπρος ανήκει στις αποικίες που λόγω των ιδιαίτερων περιστάσεών τους δεν μπορούν να ελπίζουν ότι κάποτε θα ανεξαρτητοποιηθούν πλήρως». Ήταν το περίφημο never, που απέκλεισε κάθε προοπτική ειρηνικής εξεύρεσης λύσης και οδήγησε στην ουσία στην έκρηξη του ένοπλου αγώνα στην Μεγαλόνησο. Αναμφισβήτητα σφάλμα μίας παλαιάς υπερδύναμης, που είχε όμως χάσει στο συγκεκριμένο ζήτημα την ψυχραιμία της.
Στην έναρξη του ένοπλου αντι-αποικιακού αγώνα στην Κύπρο αμφισβήτητα έπαιξαν ρόλο και οι δυσκολίες που συνάντησε η ελληνική πρωτοβουλία στον ΟΗΕ τον Δεκέμβριο του 1954. Οπότε ο ένοπλος αγώνας ξεκίνησε από την Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών (ΕΟΚΑ) την 1η Απριλίου του 1955, με ισχυρές ενισχύσεις από το εθνικό κέντρο. 
Η Μεγάλη Βρεταννία αντέδρασε με την πρόταση του νέου υπουργού Εξωτερικών Χάρολντ Μακμίλλαν (ο Τσώρτσιλ αποχώρησε τον Απρίλιο του 1955 και τον διαδέχθηκε στην πρωθυπουργία ο Άντονυ Ήντεν). Ο Μακμίλλαν πρότεινε τριμερή συνδιάσκεψη Ελλάδος-Τουρκίας=Μεγάλης Βρεταννίας (η πάγια βρεταννική πολιτική του «διαίρει και βασίλευε»), εισάγοντας στην συζήτηση την πάντα πρόθυμη μετακεμαλική Τουρκία. Βρήκε βέβαια και διάφορους πρόθυμους ή χρήσιμους ηλίθιους στην Αθήνα, με αποτέλεσμα η ελληνική κυβέρνηση να προσέλθει ως μη ώφειλε στην τριμερή (παρά την σφοδρή αντίδραση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου). Η αποδοχή, από την τότε ελληνική κυβέρνηση, της Τουρκίας ως συνομιλητού ήταν η διπλωματική και νομική βάση την οποία αξιοποίησε η Τουρκία όλην την περίοδο που ακολούθησε, με τελικό στάδιο την στρατιωτική της επέμβαση το 1974.
Η τριμερής πραγματοποιήθηκε στο Λονδίνο τον Αύγουστο του 1955.  Η αδιαλλαξία των Τούρκων (που ζήτησαν να….τους επιστραφεί η Κύπρος) διευκόλυνε τους Βρεταννούς να καταστήσουν την Ένωση ανέφικτη και την αυτοδιάθεση εξαιρετικά περίπλοκη, ώστε να διαιωνιστεί το ζήτημα. Ο Μακμίλλαν ενεφάνισε σχέδιο που διατηρούσε την βρεταννική κυριαρχία και προέβλεπε κάποια στοιχεία κοινοτικής αυτοδιοίκησης με αναβαθμισμένο ρόλο των Τουρκοκυπρίων. Τελικά η Συνδιάσκεψη ναυάγησε λόγω των δραματικών γεγονότων του Σεπτεμβρίου 1955 στην Κωνσταντινούπολη.
Ο απελευθερωτικός αγώνας, του οποίου ηγήθηκε ο εξ Ελλάδος αξιωματικός Γεώργιος Γρίβας ή «Διγενής», και τα επιφανή θύματά του (άλλο τραγικό σφάλμα της βρεταννικής αδιαλλαξίας) διεθνοποίησαν το πρόβλημα. Αλλά η λύση είχε δρομολογηθεί από τις Μεγάλες Δυνάμεις. Στην Ελλάδα διορίστηκε από τον Βασιλιά Παύλο πρωθυπουργός ο βουλευτής Σερρών Κωνσταντίνος Καραμανλής, που προηγουμένως είχε περάσει πολλούς μήνες στις ΗΠΑ «γιά θεραπεία της βαρηκοϊας», όπως είχε ανακοινωθεί επισήμως. Δεν γνωρίζουμε τις επαφές του Καραμανλή στις ΗΠΑ εκείνη την εποχή, ασφαλώς όμως θα συνειδητοποίησε τις προτεραιότητες της νέας υπερδύναμης. Και ασφαλώς η αμερικανική πολιτική δεν επιθυμούσε, μεσούντος του Ψυχρού Πολέμου, ούτε την διάλυση του ΝΑΤΟ ούτε ελληνοτουρκικό πόλεμο εξ αιτίας του Κυπριακού.
H μη  βιωσιμότητα προέκυψε από την διχοτομική συνθήκη του Λονδίνου
Οπότε η οδυνηρή μετατόπιση από την Ένωση στην Ανεξαρτησία οδήγησε, παρά το αντάρτικο του Διγενή και τις σφοδρές διαδηλώσεις στην Αθήνα, στις Συνθήκες της Ζυρίχης και του Λονδίνου το 1959-60. Ιδρύθηκε η Κυπριακή Δημοκρατία σε βάση δικοινοτική, οπότε οι Τουρκοκύπριοι δεν απέκτησαν status ισότιμων Κυπρίων πολιτών αλλά μειονότητας, που ήταν εύκολο να ποδηγετηθεί από την Τουρκία. Θεσμικά ο πρόεδρος ήταν Ελληνοκύπριος (ο Μακάριος εξελέγετο συνεχώς πρόεδρος από το 1960 μέχρι τον αιφνίδιο θάνατό του το 1977) και ο αντιπρόεδρος ήταν Τουρκοκύπριος (ο Κιουτσούκ).
Οι Τούρκοι οργάνωσαν παρακρατικό δίκτυο με αρχηγό τον Ραούφ Ντενκτάς, αλλά και στην ελληνοκυπριακή πλευρά αναπτύχθηκαν ακραία στοιχεία, με γνωστότερο τον Νικόλαο Σαμψών. Οι διακοινοτικές ταραχές το 1964 και το 1967, που παρ’ ολίγον να οδηγήσουν σε ελληνοτουρκικό πόλεμο, αποσοβήθηκαν με αμερικανική παρέμβαση. Στο εκρηκτικό μείγμα προστίθεται η «τριτοκοσμική» πολιτική του Μακαρίου, που επεχείρησε αρχικά να αναθεωρήσει τις Συνθήκες εις βάρος των Τουρκοκυπρίων, και, αντί να εντάξει την Κύπρο στο ΝΑΤΟ, επεχείρησε να αγοράσει όπλα από την κομμουνιστική Τσεχοσλοβακία. Δεν θα μάθουμε ποτέ τα κίνητρά του.
Το 1965 ο πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου έστειλε μυστικά στην Κύπρο μία ολόκληρη μεραρχία, ώστε να την θωρακίσει έναντι πιθανής τουρκικής απειλής. Πιθανώς να συνήνεσαν και οι Αμερικανοί, προκειμένου ο πειραματιζόμενος σε τριτοκοσμικές κατευθύνσεις Μακάριος να αισθάνεται κάποια πίεση. Η τελική πορεία προς την καταστροφή αρχίζει όταν, το 1967, οι Τούρκοι απαιτούν την απόσυρση της Μεραρχίας απειλώντας με πόλεμο.
Νοέμβριος 1967. Στην Αθήνα καταφθάνει πανικόβλητος ο Αμερικανός υφυπουργός Εξωτερικών Σάϋρους Βανς. Πρωθυπουργός είναι ακόμα ο Κόλλιας, ο βασιλιάς έχει αποστασιοποιηθεί πλήρως και ετοιμάζει το κίνημα της 6ης Δεκεμβρίου. Πραγματικό κέντρο εξουσίας είναι ο υπουργός Προεδρίας Γεώργιος Παπαδόπουλος, συνταγματάρχης Πυροβολικού και ουσιαστικός αρχηγός της στρατιωτικής χούντας. Ο Βανς, σύμφωνα με ανέκδοτη διήγηση που έχει υπ’ όψιν του ο γράφων, εισβάλλει στο γραφείο του: «Θα αποσύρετε την Μεραρχία;». Παπαδόπουλος: «Μα….». Ο Βάνς σηκώνεται έξαλλος και πάει προς την πόρτα: «Φεύγω και νίπτω τας χείρας μου». Παπαδόπουλος, έντρομος: «Πού πάτε, μην  φεύγετε». Ο Βανς στέκεται και ρωτάει επιτακτικά: «Θα αποσύρετε την μεραρχία;». «Μάλιστα», είπε ο Παπαδόπουλος, ο θαυμαστής του Ιωάννου Μεταξά. Έτσι αποσύρθηκε η Μεραρχία και άνοιξε ο δρόμος γιά την τουρκική εισβολή.
Γιά την οποία χρειάσθηκαν, όμως, ακόμα δύο προϋποθέσεις: η άνοδος του Ιωαννίδη την εξουσία και η πτώση του Νίξον.
H σκοτεινή συγκυρία και τα αναπάντητα ερωτήματα
Η χούντα δεν «χώνευε» τον Μακάριο, τον οποίον θεωρούσε προδότη του στόχου της Ένωσης. Ασφαλώς ο Μακάριος είχε εγκαταλείψει σε κάποια φάση την Ένωση, ασφαλώς η φιλοδοξία του να καταστεί πρόεδρος κράτους έπαιξε ρόλο, αλλά πριν από αυτόν την Ένωση είχε αποκηρύξει η μητέρα Ελλάδα.  Η Ιστορία δεν κινείται βεβαίως βάσει του ορθού λόγου. Η διάσταση Χούντας-Μακαρίου, λογική ή παράλογη, ήταν μία πραγματικότητα. Οπωςδήποτε, πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου δεν επρόκειτο να κάνει ο Παπαδόπουλος ούτε πολύ περισσότερο ο Μαρκεζίνης, ο οποίος διορίστηκε από τον Παπαδόπουλο πρωθυπουργός τον Οκτώβριο του 1973. Πιθανώς γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο να ανετράπησαν τον Νοέμβριο του 1973 από τον Ιωαννίδη. Πάντως ο ταξίαρχος Ιωαννίδης, ο αφανής δικτάτωρ που διαδέχθηκε τον Παπαδόπουλο στην ηγεσία του στρατιωτικού καθεστώτος,  ήταν αποφασισμένος να εξαλείψει τον Μακάριο και να ανακηρύξει την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Άλλωστε ο Ιωαννίδης ως δικτάτωρ δεν φαίνεται να είχε άλλο πρόγραμμα ή στόχο πέραν της ανατροπής του Μακαρίου.
Ο Ιωαννίδης υποτίμησε ή αγνόησε εντελώς τον τουρκικό παράγοντα. Βασίστηκε σε κάποιες υποτιθέμενες διαβεβαιώσεις μεσαίου στελέχους των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών. Αμέλησε πλήρως να προετοιμάσει την Ελλάδα γιά ενδεχόμενη πολεμική σύγκρουση με την Τουρκία, έστω περιορισμένη στο κυπριακό έδαφος. Εξαπέλυσε το πραξικόπημα στις 15 Ιουλίου, τοποθέτησε ως μαριοννέτα τον παγκοσμίως άγνωστο Νίκο Σαμψών, που είχε «διακριθεί» κατά την δεκαετία του ’60  στις διώξεις κατά άμαχου τουρκικού πληθυσμού. Και όταν οι Τούρκοι εισέβαλαν, αντί να σπεύσει στο πεδίο της μάχης και να πολεμήσει ως Έλλην αξιωματικός, πήγε στον πρόεδρο του καθεστώτος στρατηγό Γκιζίκη και….αιτήθηκε κανονικής αδείας. Η επιστράτευση αποδείχθηκε απερίγραπτο φιάσκο, η Κύπρος αφέθηκε αβοήθητη στο έλεος των Τούρκων, ενώ σύμφωνα με τους πιό αξιόπιστους εμπειρογνώμονες μία ισχυρή και αξιόμαχη έστω αριθμητικά μικρή ελληνική στρατιωτική παρουσία θα ακύρωνε ή θα περιέπλεκε την τουρκική επίθεση. Ο Ιωαννίδης, μετά από την εθνική καταστροφή που προκάλεσε, δεν βρήκε κάν το θάρρος να επιτελέσει το αυτονόητο ηθικό καθήκον του ως αξιωματικός που έβλαψε την πατρίδα του.
Αλλά προκύπτει και ένα μείζον ερώτημα, που δικαιώνει όσους αναζητούν ερμηνείες κάτω από την επιφάνεια των πραγμάτων. Γιατί ο Ιωαννίδης πραγματοποίησε το πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου στις 15 Ιουλίου 1974, ακριβώς τις ημέρες κατά τις οποίες ο πρόεδρος των ΗΠΑ Νίξον εσύρετο ως υπόδικος γιά το σκάνδαλο Γουώτεργκαίητ, με αποτέλεσμα να αναγκασθεί να παραιτηθεί στις 9 Αυγούστου; Θεώρησε το κενό εξουσίας στις ΗΠΑ ως «ευκαιρία»; Διείδε ότι ο υπουργός Εξωτερικών Χένρυ Κίσσινγκερ, που τις εβδομάδες που προηγήθηκαν και που ακολούθησαν την πτώση του Νίξον ήταν ο απόλυτος κύριος της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, θα ήταν ευνοϊκός στα σχέδιά του; Μήπως τελικά, και αφήνοντας στην άκρη τις θεωρίες συνωμοσίας,  ο Ιωαννίδης παγιδεύθηκε και υπηρέτησε άθελά του τον καιροσκοπισμό των Τούρκων, που είδαν στο κενό εξουσίας των ΗΠΑ την απόλυτη ευκαιρεία να «λύσουν» το κυπριακό προς ώφελός τους; Αλλά, και αν ακόμα συνέβησαν αυτά, τότε γιατί δεν αντιστάθηκε στρατιωτικά στην τουρκική εισβολή; Την στιγμή μάλιστα που ηγείτο στρατιωτικού καθεστώτος; η έλλειψη απάντησης στο τελευταίο ερώτημα είναι ιδιαίτερα οδυνηρή.
Γι’ αυτό και η Ιστορία δεν θα είναι επιεικής με τον ταξίαρχο Ιωαννίδη.
Aι ειδοί του Αυγούστου
Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, που εκλήθη να αναλάβει την πρωθυπουργία στις 24 Ιουλίου εν μέσω του χάους,  δεν αντέδρασε στην δεύτερη (και ουσιαστικώτερη, διότι τότε κατελήφθη η μισή Λευκωσία) προέλαση του Αττίλα τον Αύγουστο του 1974. Yπήρχε βέβαια το ελαφρυντικό του προηγηθέντος φιάσκου της επιστράτευσης του Ιουλίου, αν υποθέσουμε ότι στην μη υπεράσπιση ενός έθνους από την κυβέρνησή του υπάρχει ελαφρυντικό. Αλλά ο Καραμανλής δεν κάλυψε την απόφασή του να μην υπερασπιστεί την Κύπρο με αιδήμονα σιωπή. Αντιθέτως προέβαλε το αδιανόητο επιχείρημα ότι «η Κύπρος κείται μακράν». Δηλαδή εισήλθαν στην συζήτηση περί εθνικής αμύνης κριτήρια, που επιτρέπουν ή δεν επιτρέπουν την υπεράσπιση της πατρίδας.
Ήταν η δεύτερη φορά που ο Καραμανλής εμφανίστηκε και ανέλαβε την εξουσία ενώ εξελισσόταν μία εθνική  τραγωδία. Η πρώτη ήταν το 1955, όταν ορκίστηκε πρωθυπουργός την ώρα που στην Κωνσταντινούπολη είχε μόλις συντελεσθεί η καταστροφή της ελληνικής κοινότητας. Τότε ο ρόλος του ήταν να εξευρεθεί ένας συμβιβασμός, ώστε να μην διαρραγεί η συμμαχική ενότητα. Δεν μπορεί κανείς να μεμφθεί τον Καραμανλή γιά την συμβολή του στην διεθνή σταθερότητα, αλλά ασφαλώς έπρεπε να απαιτήσει ανταλλάγματα που δεν θα έθιγαν το ΝΑΤΟ αλλά θα δημιουργούσαν αντισταθμίσματα, όπως π.χ. την απομάκρυνση της μουσουλμανικής μειονότητας από την Δυτική Θράκη σε ισάριθμη αντιστοιχία με τις απελάσεις Ελλήνων από την Πόλη.
Ο ρόλος του Καραμανλή και το 1974 ήταν η αποκλιμάκωση, διότι η κλιμάκωση θα προκαλούσε σοβαρό πρόβλημα στο ΝΑΤΟ και στην δυτική γεωστρατηγική αρχιτεκτονική του Ψυχρού Πολέμου. Όμως, το 1974 το πρόβλημα ήταν πολύ σοβαρότερο από αυτό του 1955. Εδώ επρόκειτο γιά εισβολή και κατοχή εδάφους κράτους, γιά το οποίο η Ελλάδα ήταν και αυτή εγγυήτρια δύναμη. Θα μπορούσε, γιά παράδειγμα, ο Καραμανλής να αποστείλει ισχυρές στρατιωτικές και ναυτικές δυνάμεις στην Κύπρο ώστε να ασκήσει πίεση στους Τούρκους και να αυξήσει την διαπραγματευτική ικανότητα του υπουργού Εξωτερικών Γεωργίου Μαύρου στην Γενεύη. Επιπλέον, ο Καραμανλής απέσυρε την Ελλάδα από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, ενώ ώφειλε να παραμείνει και να ζητήσει από τα αρμόδια νατοϊκά όργανα να υποχρεώσουν την Τουρκία να εκκενώσει την Κύπρο.
Αντ’ αυτού, η κυπριακή τραγωδία τακτοποιήθηκε συνειδησιακά με το σύνθημα «δεν ξεχνώ», η κρίση κατέστησε τον Καραμανλή πολιτικά κυρίαρχο σ’ ένα ακρωτηριασμένο και ταπεινωμένο έθνος, η μη υπεράσπιση των εθνικών συμφερόντων εμπεδώθηκε ως δόγμα της ελληνικής αμυντικής πολιτικής και καθιερώθηκε η επέτειος του Αττίλα να εορτάζεται ως «γιορτή της Δημοκρατίας» στο προεδρικό μέγαρο, με τα απαραίτητα συνοδευτικά ποτά και εδέσματα...