Δευτέρα, 6 Μαΐου 2013

ΕΠΑΝΑΧΑΡΑΣΣΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΧΑΡΤΗ: Η Γεωπολιτική των Κασπιανών Πετρελαίων και η Ρωσο-τουρκική Αντιπαράθεση στη Μείζονα Μέση Ανατολή (ΘΕΟΔΩΡΟΥ. Γ. ΤΣΑΚΙΡΗ: Ερευνητή Κέντρου Τεκμηρίωσης Τουρκίας του Παντείου Πανεπιστημίου)

ΜΕΡΟΣ Α'


Δέκα περίπου χρόνια μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου κοιτάζοντας κανείς εν των υστέρων τις μεταβολές που επέφερε στο παγκόσμιο και περιφερειακό σύστημα η διάλυση της Σοβιετικής Αυτοκρατορίας μπορεί να αξιολογήσει διαφορετικά τη σημασία αυτών των αλλαγών.  ‘Οποιαδήποτε, ωστόσο, και αν είναι η ιεραρχική του αξιολόγηση ίσως θα συμφωνούσε με τη διαπίστωση ότι η εντυπωσιακότερη και μόνη ανεπανάληπτη από αυτές τις μεταβολές, υπήρξε η αναπάντεχη απόσυρση της σοβιετικής κυριαρχίας από την ευρύτερη περιοχή του Καυκάσου και κυρίως της Κεν. Ασίας. Μία απόσυρση που μετέβαλε άρδην το γεωστρατηγικό σκηνικό της ευρύτερης Παρακασπιανής ζώνης, φέρνοντας ξανά στην επιφάνεια ιστορικούς συσχετισμούς και αλληλεπιδράσεις που ο Ψυχρός Πόλεμος είχε παγώσει. Η διασπορά των  Όπλων Μαζικής Καταστροφής, η ενίσχυση του Ισλαμισμού και του Τουρκισμού και πάνω απ’όλα η Νέα Γεωπολιτική των Κασπιανών Πετρελαίων δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για ένα Νέο Μεγάλο Παιχνίδι που αν δεν διευθετηθεί ειρηνικά μπορεί να μετατραπεί σε μία γιγαντιαία ωρολογιακή βόμβα, ενδεχόμενη πυροδότηση της οποίας θα κάνει τον Γιουγκοσλαβικό Εμφύλιο να μοιάζει με παιδικό πετροπόλεμο.
 
Ι)   Η Γεωπολιτική Προϊστορία του “Μεγάλου Παιχνιδιού”.

   “Η καλύτερη και αποτελεσματικότερη ασφάλεια για το μέλλον της Ευρώπης θα ήταν η αφαίρεση από τη Ρωσία ορισμένων παραμεθόριων περιοχών που απέκτησε τα τελευταία χρόνια και συγκεκριμένα, της Γεωργίας, Κιρκαζίας, Κριμαίας, Βεσσαραβίας, όπως και της Πολωνίας και Φινλανδίας…θα παραμείνει βέβαια μια τεράστια δύναμη, αλλά θα χάσει το επιθετικό πλεονέκτημα που διαθέτει εναντίον όλων των γειτόνών της.” (1). Αν και οι προκείμενες σκέψεις του βρετανού πρωθυπουργού Palmerston διατυπώθηκαν μέσα στη δύνη του Κριμαϊκού πολέμου (1854-1856) έχουν ιδιαίτερη στρατηγική βαρύτητα από την άποψη ότι παρουσιάζουν μια αρκετά γλαφυρή εικόνα του εναλλακτικού σεναρίου που θα εφαρμοζόταν από τη βρετανική αυτοκρατορία στην περίπτωση κατά την οποία συντριβόταν, όπως έγινε το 1856, η προσπάθεια της Ρωσίας να διαρρήξει το γεωπολιτικό ανασχετικό δακτύλιο που προστάτευε την επικοινωνία του Λονδίνου με το κέντρο του θαλασσοκρατούντος αυτοκρατορικού συστήματος: τις Ινδίες.
Η προσπάθεια της Ρωσίας να κόψει αυτόν το γεωοικονομικό ομφάλιο λώρο που συνέδεε το μητροπολιτικό κέντρο (Βρετανία) με τη ζωτική παραγωγική του βάση (Ινδίες), προϋπόθετε πέραν από την ναυπήγηση ισχυρού στόλου, την κατάληψη συγκεκριμένων λιμένων που θα χρησιμοποιούσε ως διεξόδους για την προέκταση της κυριαρχίας της στους θαλάσσιους χώρους από την Αν. Μεσόγειο στον Ινδικό Ωκεανό και ανατολικότερα ως την Ιαπωνική θάλασσα.  Το σημαντικότερο, όμως προαπαιτούμενο, από την πλευρά της ρωσικής στρατηγικής -και αυτό ισχύει διαχρονικά- συνίστατο στην ικανότητα της να ελέγχει πολιτικά εκείνες τις χερσαίες μάζες (Παρευξείνια Βαλκανική, Καύκασος, Παρακασπιανή Κεντρική Ασία) που αποτελούν όχι μόνο το εφαλτήριο της ιστορικής της καθόδου προς Νότον αλλά και το τελευταίο προπύργιο της σε μία απεγνωσμένη προσπάθεια να επανακάμψει ως μία από τις κυρίαρχες δυνάμεις του διεθνούς στερεώματος, όπως συντελέστηκε την επαύριο της ήττας της στον Α Παγκόσμιο Πόλεμο (1918-1941) και επαναλαμβάνεται τηρουμένων των αναλογιών κατά την τρέχουσα πρώτη μεταψυχροπολεμική δεκαετία.
   Η τάση για περαιτέρω “προληπτική ανάσχεση” της Ρωσίας και ουσιαστικού γεωπολιτικού της περιορισμού σε σημείο απονεύρωσης των προς νότο επεκτατικών της δυναμικών δεν αποτελούν πρωτοτυπία.  Έχουν επαναληφθεί τουλάχιστον πέντε φορές τους τελευταίους δύο αιώνες ακολουθώντας μια μεγάλη ρωσική ήττα και αποσκοπούσαν στην προσπάθεια από πλευράς των καθιερωμένων (Βρετανία-ΗΠΑ) & κατά περιόδους ανερχόμενων (Γερμανία-Γαλλία-Ιαπωνία) θαλασσοκράτειρων δυνάμεων, να στερήσουν από τη Ρωσία τον έλεγχο εκείνων των περιοχών που αποτέλεσαν την αφετηρία της ιστορικής της καθόδου προς τις νότιες θερμές ωκεάνιες θάλασσες.
Αυτές οι παράκτιες περιοχές από την ανατολική Μεσόγειο ως την Ιαπωνική Θάλασσα αποτελούν τις κρίσιμες ζώνες γεωοικονομικής δραστηριότητας του πλανήτη στις οποίες παράγονται και μέσω των οποίων διακινούνται η πλειοψηφία του παγκόσμιου (νέο)αποικιακού εμπορίου και το 75% των στρατηγικών αποθεμάτων των πρωτευόντων ενεργειακών πόρων (Πετρέλαιο / Φυσικό Αέριο) όχι μόνο για τη βιομηχανικά αναπτυγμένη Δύση  και την Ιαπωνία, αλλά και τις ραγδαία αναπτυσσόμενες περιοχές της Ινδίας, της Κίνας και των “τίγρεων” της Ν. Α. Ασίας.
   Η κοινή συνισταμένη της βρετανικής & γαλλικής πολιτικής καθόλη τη διάρκεια του Ανατολικού Ζητήματος (1774-1923) όπως και της αμερικανικής ψυχροπολεμικής ανάσχεσης (1947-1991) εντοπίζεται ακριβώς στην πάση θυσία παρεμπόδιση περαιτέρω πολιτικής επέκτασης της Ρωσίας σε σημείο που να απειλήσει άμεσα τα ζωτικά οικονομικά τους συμφέροντα, όπως περιγράφονται παραπάνω & τοποθετούνται καθόλο το μήκος μίας νοητής καμπύλης σχεδόν ταυτόσημης με τον ευρασιατικό ανασχετικό δακτύλιο (Rimland) του N.Spykman, που ως γνωστόν αποτέλεσε τη βάση χάραξης για την αμερικανική ψυχροπολεμική στρατηγική. (2). (βλ.Χάρτη 1).  Ενός δακτυλίου που λειτούργησε υπό βρετανική ή αμερικανική ταυτότητα ως κυματοθραύστης της ρωσικής καθόδου ασχέτως του όποιου ιδεολογικού προσωπείου και αν αυτή έφερε (Πανσλαβισμός-Ευρασιατισμός, Κομμουνισμός).
   Σε όλες τις παράκτιες χώρες -με πρώτες την Οθωμανική Αυτοκρατορία, την ψυχροπολεμική Τουρκία, το Σαχικό Ιράν και το Αφγανιστάν- αποδόθηκε από την Δύση μεγάλη γεωστρατηγική αξία από την άποψη ότι κατά την προσφιλή ρήση του πρίγκιπα Ρομαντσώφ “κρατούσαν τα κλειδιά του ρωσικού σπιτιού”.  (3). Αποτελούσαν δηλαδή δυνητικό αντιρωσικό συνασπισμό.  Αυτή η ακριβώς η διάσταση θέτει τα Στενά και το Ανατολικό Ζήτημα στα σωστά ιστορικά του πλαίσια ως: συμπληρώματος του ρωσοαγγλοσαξωνικού ανταγωνισμού για την κυριαρχία της διπλής Ευρασιατικής ηπείρου είτε ως αγώνας για τις προσβάσεις των Ινδιών & δευτερευόντως της Αιγύπτου (Μεγάλο Παιχνίδι-Ανατολικό Ζήτημα) είτε ως δομικά αλληλεξαρτώμενα πεδία-μέτωπα (συμπεριλαμβανομένης της Ν. Α. Ασίας) της διπολικής αντιπαράθεσης μετά το τέλος του Β Παγκοσμίου Πολέμου.      Αποδεικτικό του τελευταίου είναι άλλωστε το γεγονός ότι η Τουρκία ανήκε ταυτόχρονα στο ΝΑΤΟ και το σύμφωνο της Βαγδάτης (1955) που το 1959 μετασχηματίστηκε στο μεσανατολικό εξάδελφο του Βορειοατλαντικού Συμφώνου, με τ’όνομα CENTO έχοντας στην ουσία απολύτως ταυτόσημους στόχους: την ανάσχεση του σοβιετικού επεκτατισμού.
   Σε όλες τις ιστορικές συγκυρίες που ολικώς ή μερικώς επετύγχανε η ανάσχεση των δυτικών-ναυτικών δυνάμεων το επόμενο βήμα υπήρξε η προσπάθεια εξουδετέρωσης της ρωσικής κυριαρχίας στην περιοχή που συνθέτει τη γενικότερη Παρακασπιανή Ζώνη ενοποιώντας τον Εύξεινο Πόντο με τις στέπες της Κεντρικής Ασίας και την ψυχροπολεμικά οριζόμενη Μέση Ανατολή.  Μέσα ακριβώς από αυτήν την γεωπολιτική ερμηνεία της ιστορίας διαφαίνεται η πολιτική διασύνδεση των τριών προαναφερθέντων ενδιάμεσων περιοχών (Παρευξείνια Βαλκανική, Καύκασος, Παρακασπιανή Κεν. Ασία) που εν είδη ελλειπτικού δακτυλίου παρεμβάλλονται ανάμεσα στην παράκτια ζώνη (Rimland) του Spykman (3α) και την κατεξοχήν ρωσική καρδιά της Ευρασιατικής Ηπείρου (Heartland) όπως την ορίζει ο Mackinder. (Βλ.Χάρτη 1).
   Η ριζοσπαστικότερη αλλαγή που επέφερε η διάλυση της σοβιετικής αυτοκρατορίας, πολύ σπουδαιότερη απο την επανένταξη της Αν.Ευρώπης στη Δύση, υπήρξε ακριβώς αυτή η επανενεργοποίηση της πολιτικής αλληλεξάρτησης/διασύνδεσης των τριών προαναφερθέντων περιοχών.  Μίας αλληλεξάρτησης που ιστορικά αποτέλεσε τη βασική γεωστρατηγική συνιστώσα των δύο σημαντικότερων εκφάνσεων του διηνεκούς Ευρασιατικού ανταγωνισμού: του Ανατολικού Ζητήματος (1774-1923) και του ιστορικού Μεγάλου Παιχνιδιού (1864-1918).  Ξαφνικά σχεδόν “εν μία νυκτί” όλες οι προς βορά γεωγραφικές προεκτάσεις της Κασπιανής περιοχής δυτικά πρός τον Καύκασο και τον Εύξεινο Πόντο και Ανατολικά προς την Κεντρική Ασία, μετετράπησαν σε περιοχές ανοιχτού ανταγωνισμού.
   Μετά το 1991 τρείς υπήρξαν οι βασικές αιτίες που μπορούν να δικαιολογήσουν την ανασύνθεση του γεωστρατηγικού χάρτη της ευρύτερης περιοχής:  (α) Τα αμύθητα ενεργειακά αποθέματα της Κασπίας και του Περσικού Κόλπου και η δυναμική διεξόδου τους προς τις αγορές της Ευρώπης και της Ασίας. (β) Η ενίσχυση & διάχυση της περιφερειακής αστάθειας, ως απόρροια του κενού που άφησε η σοβιετική κατάρρευση. Και (γ) Η ισχυροποίηση του Ισλαμισμού και σε δεύτερο βαθμό του Τουρκισμού ως παράγοντα πολιτισμικής αφύπνισης και σημαντικού κριτηρίου χάραξης της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής των μετακομμουνιστικών και μη καθεστώτων στα Βαλκάνια, τον Καύκασο και την Κεν. Ασία.
Αυτοί οι τρεις παράγοντες συνέβαλλαν στην γεωστρατηγική ανασύνθεση του χάρτη και τη δημιουργία μίας Νέας Γεωπολιτικής Οντότητας που αποκαλείται Μείζων Μέση Ανατολή-Μ.Μ.Α (Greater Middle East) (4) εντός των ορίων της οποίας (Βλ. Χάρτη 2) περιλαμβάνονται και ταυτόχρονα διακυβεύονται: (α) το αντιστοίχως 75% και 40% των παγκοσμίων αποθεμάτων πετρελαίου και Φυσικού Αερίου. (β) Το σύνολο των σημαντικότερων περιφερειακών διενέξεων και συγκρούσεων ολόκληρης της Ευρασίας (Αραβοϊσραηλινά, Αρμενο-Αζερικά, Κουρδικό, Ινδία-Πακιστάν, Εμφύλιος Αφγανιστάν και Τατζικιστάν, Ελληνοτουρκικά-Κυπριακό) και (γ) τα ζωτικά γεωπολιτικά συμφέροντα πέντε από τις συνολικά οκτώ πυρηνικές δυνάμεις του πλανήτη (ΗΠΑ, Ρωσίας, Ισραήλ, Ινδίας, Πακιστάν).
   Υπό την παραπάνω ακριβώς ευρεία γεωπολιτική αντίληψη ο κλασσικός ορισμός του Μεγάλου Παιχνιδιού που δόθηκε από τον R.Kippling, (5) ως του αγγλο-ρωσικού ανταγωνισμού για τις στρατηγικές διόδους των Ινδιών, είναι ελλιπής.  Ανταποκρίνεται σε μία σχετικά περιορισμένη περίοδο που ουσιαστικά αρχίζει περίπου από τα μέσα της δεκαετίας του 1860 έως το τέλος του Α Παγκοσμίου Πολέμου το 1918 και μολονότι αναφέρεται στο τουρκικό & ιρανικό μέτωπο, εστιάζεται γεωγραφικά στην μέσω Αφγανιστάν, Ν. Πακιστάν & Θιβέτ προώθηση των Ρώσων στη βόρειο Ινδία (Punjab/Northern Frontier).
   Ωστόσο, οι ρίζες του “Μεγάλου Παιχνιδιού” είναι σαφώς βαθύτερες, άπτονται των παγκόσμιων ισορροπιών (6) και αναδεικνύουν μέσω της γεωστρατηγικής θεώρησης, δηλαδή της στρατηγικής διαχείρισης γεωπολιτικών συμφερόντων (7), όχι μόνο την πολιτική ενότητα του χώρου αλλά το σπουδαιότερο την περιγραφή των δύο μεγάλων & αλληλένδετων φάσεων της παγκόσμιας ισορροπίας δυνάμεων που από τη γένεση του Ανατολικού Ζητήματος (1774) και ως το 1947 κινήθηκε παράλληλα αλλά πάντοτε συμπληρωματικά της ευρωπαϊκής ασφαλείας.
Η καλύτερη σύνοψη του Ευρασιατικού Ζητήματος, αν μπορούμε να το αποκαλέσουμε έτσι, και της γεωστρατηγικής του “διαχρονικότητας”, έχει ήδη δοθεί εδώ και 200 περίπου χρόνια από εκείνον τον άνδρα που συνειδητοποίησε πρώτος τα παραπάνω δεδομένα, έχοντας ήδη δοκιμάσει αφενός ν’ανασχέσει και αφετέρου να συντρίψει το ρωσικό κολοσσό.  Ταπεινωμένος και εξόριστος στην Αγία Ελένη, ο Μεγάλος Ναπολέοντας διέγραψε με ακρίβεια τα όρια του αδυσώπητου ρωσσο-αγγλοσαξονικoύ ευρασιατικού ανταγωνισμού που εκτοπίστηκε από τις στρατηγικές προτεραιότητες των μεγάλων του πρωταγωνιστών (Βρετανία-Ρωσία/ ΗΠΑ-ΕΣΣΔ), μόνο για τα μικρά χρονικά διαστήματα των δύο παγκοσμίων πολέμων και της παγίωσης του ψυχροπολεμικού status quo στο πρωτεύον ευρωπαϊκό άκρο μετά τη δεύτερη κρίση του Βερολίνου το 1961.
   Σημειώνει χαρακτηριστικά ο Βοναπάρτης μέσω του βαρόνου Les Cases, “Το συνολικό (ευρασιατικό) σχέδιο των (θαλασσοκράτειρων) δυνάμεων έχει ως ελάσσονα αντικειμενικό στόχο του τη διατήρηση της ρωσικής απομόνωσης από τις θάλασσες του Νότου και ως μείζονα τη διάλυση της Ρωσικής Αυτοκρατορίας”. (οι παρενθέσεις του γράφοντος). (8).  Από τα τέλη του περασμένου αιώνα η πολιτική “προληπτικής ανάσχεσης” της Ρωσίας αποσκοπούσε αφενός στην εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της Παρακασπιανής Ζώνης που ως τις αρχές του αιώνα παρήγαγε το 50% της παγκόσμιας ζήτησης πετρελαίου και αφετέρου στη δημιουργία εκείνων των προϋποθέσεων (ανεξαρτητοποίηση κεντρασιατικών εθνοτήτων με ταυτόχρονη υπαγωγή τους σε κάποια μορφή τουρκικής κηδεμονίας) που θα καθιστούσαν απαγορευτική μία νέα δυναμική ρωσικής καθόδου.  Είναι δε εντυπωσιακό ότι με μόνη εξαίρεση τη ναπολεόντειο εκστρατεία κατά της Ρωσίας (1812) η Τουρκία διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό για την ευόδωση του παραπάνω σχεδίου, αν και στην προσπάθεια του Ναπολέοντα να σύρει τον Τσάρο στο Τίλστιτ το 1807 η Οθωμανική Αυτοκρατορία-Ο.Α, έπαιξε σημαντικό ρόλο στη σύσταση του βραχύβιου αντιρωσικού συνασπισμού Ναπολεόντειας Γαλλίας - Ο.Α - Περσίας.(9).
   Έτσι λοιπόν η Τουρκία θα είναι αυτή που μετά το τέλος του Κριμαϊκού Πολέμου (1856) σύμφωνα με το σχέδιο Palmerston, που ποτέ δεν εφαρμόσθηκε λόγω γαλλικής αντίδρασης, καταλάμβανε ένα μεγάλο μέρος της Καυκασίας δορυφοριοποιώντας τις Τσερκεζία, Τσετσενία και Νταγκεστάν, περιοχές του Καυκάσου που αντιστέκονταν επί 35 έτη στη ρωσική κυριαρχία (1825-1859) χάρις και στην τακτική τους τροφοδοσία από τουρκικά & βρετανικά πλοία που έσπαζαν το ρωσικό embargo.  Παράλληλα ένα σημαντικό κομμάτι του βρετανικού μηχανισμού με την έγκριση του ίδιου του άγγλου βασιλέα και το κυριότερο την ουσιαστική υποστήριξη του Palmerston προωθούσε την απόσχιση και μερική ανεξαρτησία των ανωτέρω καυκασιανών περιοχών ως μία προσπάθεια να μη διαχυθεί η ρωσική δυναμική καθόδου νοτιότερα προς την κατεύθυνση τoυ Περσικού Κόλπου & των αυτοκρατορικών Ινδιών (Πακιστάν-Ινδία). (10)
   Η αξιολόγηση από μέρους του περίφημου άγγλου πολιτικού & οριενταλιστή H.Rawlinson της “αποτυχίας” των βρετανών να εμποδίσουν την παγίωση της ρωσικής κυριαρχίας στον Καύκασο μετά το 1859 αναδεικνύει όχι μόνο την στρατηγική αξία της περιοχής αλλά το σπουδαιότερο την πολιτική αλληλεξάρτηση του ευρύτερου χώρου της μεταψυχροπολεμικής Μ.Μ.Α.  Γράφει χαρακτηριστικά μερικά μόλις χρόνια πριν την έναρξη του ρωσο-τουρκικού πολέμού του 1877-78 που έφερε τα τσαρικά στρατεύματα οκτώ μόλις χιλιόμετρα από το κέντρο της Κων/πολης…‘‘Μόνο μετά την ήττα του Shamil & την πλήρη υποταγή της Κρικαζίας άρχισε να προωθείται η Ρωσία νότια του Αράξη ποταμού.  Η πρόβλεψη μου ότι η Ρωσία μετά το κλείσιμο του καυκασιανού μετώπου θα επεκτεινόταν προς νότο ήταν λάθος μόνο ως προς τον προσανατολισμό αυτής της κατεύθυνσης.  Είχα προβλέψει πως θα κατευθυνόταν προς τον Περσικό Κόλπο ενώ στην πραγματικότητα το Περσικό Ζήτημα αναβλήθηκε για αργότερα”. (11).
   Από τα τέλη 1890 με τη σταδιακή ανάπτυξη του τουρκικού εθνικιστικού ιδεολογήματος, το οθωμανικό ενδιαφέρον για την Κεντρική Ασία & τον Καύκασο θα εντατικοποιηθεί. Πλην του Ziya Gökalp το σύνολο των θεωρητικών του τουρκικού εθνικισμού (Γκασπρίνσκυ, Ακτσουρά κ.α), θεωρούσαν την εν λόγω περιοχή ως το λίκνο του τουρκομογγολικού έθνους. Αυτή ακριβώς η φανταστική εθνότητα, που στη βάση της φυλετικής συγγένειας ενώνει όλους τους λαούς που παρεμβάλλονται από το κινεζικό Τουρκεστάν (Xingiang) ως την Αν. Μεσόγειο με κέντρο τους μουσουλμάνους της Ρωσίας, θα πρέπει να αποσχισθεί από τον τσαρικό κορμό & να αφομοιωθεί στο εκτουρκιζόμενο μετά το 1908 οθωμανικό κράτος στα πλαίσια του τουρανισμού. Δεν πρέπει παράλληλα να ξεχνούμε ότι ο τουρανισμός αποτελεί το τρίτο και τελικό στάδιο του μεγάλου σχεδίου του Γκιοκάλπ και προσωπικού συμβούλου του Ατατούρκ, για την ανασύσταση λίγο πολύ της αυτοκρατορίας του Τσέγκινς Χάν ή του Ταμερλάνου.  Του σταδίου αυτού, σύμφωνα με τον προγραμματισμό του Γκιοκάλπ προηγείτο αφενός  ο εκτουρκισμός του οθωμανικού κορμού μέσω της εξόντωσης των αλλοεθνών (τουρκισμός) που εγκαινιάστηκε με την επικράτηση της νεοτουρκικής επανάστασης το 1908-1909 και μερικώς εκτελέστηκε από τους Εμβέρ-Ταλαάτ κατά των Αρμενίων (1915) και από τον Κεμάλ κατά των Ελλήνων (1922) & αφετέρου ο αγουζισμός που συνίστατο στην απελευθέρωση των “αγούζων αδελφών” της Υπερκαυκασίας, Κασπίας, Αράλης & του σημερινού Ουζμπεκιστάν (Χανάτα Μπουκχάρας & Σαμαρκάνδης). (12).
   Ο παντουρκικός οραματισμός των Εμβέρ & Ταλαάτ από το 1908 ως το 1921, δομήθηκε στην υλοποίηση της ανωτέρω ιδεολογικής σύλληψης βρίσκοντας στο πρόσωπο της Καϋζερικής Γερμανίας έναν ισχυρό σύμμαχο που ταυτιζόταν με το γερμανικό πανισλαμικό-παντουρκικό σχέδιο που θα χτυπούσε-εν είδη αντι-αποικιοκρατικής εξέγερσης-την καρδιά των αυτοκρατοριών της Entente (Β.Αφρική -Κεν.Ασία- Ινδική Υποήπειρο). (13). Η κήρυξη ιερού πολέμου κατά της Entente από την Ο.Α, η αποτυχημένη εκστρατεία του Εμβέρ στον Καύκασο (1915-16) σε συνδυασμό με τη μεγάλη μουσουλμανική εξέγερση στην Κεν.Ασία (1916) & την αποστολή του Εμβέρ (1918-1921) στην Κεντρική Ασία αποτελούν τις απτές αποδείξεις του ανωτέρω σχεδιασμού.  Μάλιστα παρά το θάνατο το Εμβέρ στο πεδίο της μάχης της Μπουκχάρας το 1921, τέτοιος υπήρξε ο φανατισμός των νεότουρκων παντουρκιστών που η ένοπλη αντίσταση τους κατά της σοβιετικής εξουσίας, στην Κεντρική Ασία συνεχίστηκε ώς τα μέσα της δεκαετίας του 1930 και την τελική προσάρτηση του Καζαχστάν στην ΕΣΣΔ το 1936. (14).
   Κατά τη διάρκεια του δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου θα επαναληφθεί το ίδιο σκηνικό της γερμανο-τουρκικής σύμπραξης παρά την όποια κατ’ ουσία ψευδεπίγραφη ουδετερότητα της κυβέρνησης του Ισμέτ Ινονού.  Ο γερμανός πρέσβης φόν Παπέν μερικούς μήνες μετά την έναρξη της επιχείρησης Μπαρμπαρόσσα (22/6/1941) σε απόρρητο τηλεγράφημα του ανέφερε ρητά ότι ο κοινός στόχος των δύο χωρών “έγκειται στο να απαλλαγούν οι ρωσοποιημένες επαρχίες που κατοικούνται από εθνικές μειονότητες απ’τη ρωσική επιρροή προσλαμβανόμενες σε μία καλοπροαίρετη συνεργασία με τον Άξονα”. (15).  Αυτή η καλοπροαίρετη συνεργασία, που αν λάβουμε υπόψιν μας το προηγούμενο του Μπέσρτ-Λιτόφσκ και της ναζιστικής πρακτικής δεν θα περιείχε τίποτε το καλό για τους ενδιαφερόμενους λαούς, συγκεκριμενοποιήθηκε στην έξοδο της Τουρκίας στον πόλεμο ως σύμμαχος του Άξονα.  Αυτό θα συνέβαινε αν τελικά πλην της πτώσης του Στάλινγκραντ, στην οποία συμμετείχαν εκατοντάδες χιλιάδες τουρκογενείς σοβιετικοί πληθυσμοί επιστρατευμένοι από την Άγκυρα, επιτυγχανόταν η κατάκτηση του Γκρόζνυ και ο έλεγχος του μεγάλου στρατιωτικού διαδρόμου που οδηγεί από το ρωσικό Καύκασο στην Τυφλίδα.  Ο στρατάρχης Κλάϊστ, ελλείψει πετρελαίου θα σταματήσει μπροστά στο Γκρόζνυ την ίδια στιγμή που οι προωθημένες περίπολοι του έφταναν στις ακτές της Κασπίας καταστρέφοντας τμήματα της σιδηροδρομικής γραμμής κατά μήκος της οποίας σήμερα βρίσκεται ο ζωτικής σημασίας πετρελαιαγωγός Τενγκίζ-Αστραχάν – Γρκόζνυ - Μπακού. (16).

ΙΙ) Η Μεταψυχροπολεμική Αναζωπύρωση του “Μεγάλου Παιχνιδιού” και οι Γεωστρατηγικές Υποδιαιρέσεις των “Ευρασιατικών Βαλκανίων”.


   Ανασυνθέτοντας τη στρατηγική αντίληψη των μεγαλύτερων αγγλοσαξόνων & γερμανών γεωπολιτιστών (Mackinder, Spykman, Hauschoffer ) ο σύμβουλος Εθνικής Ασφαλέιας  επί προεδρίας Κάρτερ, Z.Brzezinski, διακρίνεται ως ο συστηματικοποιητής μίας γεωστρατηγικής θεώρησης που αν οικειοποιηθεί πλήρως από τις ΗΠΑ ελλοχεύει σημαντικούς κινδύνους για την παγκόσμια ισορροπία δυνάμεων και την αμερικανική πρωτοκαθεδρία που ο ίδιος επιθυμεί να διαφυλάξει. Μια επιδίωξη που, όπως καταγράφεται και στην επίσημη νέα στρατηγική του ΝΑΤΟ, εμπεριέχει σημαντικότατους κινδύνους υπερεπέκτασης, ιδιαιτέρως τη στιγμή που με την κρίση του Κοσόβου διερχόμαστε σ’ένα από τα κρισιμότερα σημεία καμπής του παγιωμένου μονο-πολυπολικού διεθνούς στερεώματος, όπως εύστοχα χαρακτήρισε το υπό εξέλιξη πολυπολικό σύστημα, ο S.Huntington. (17) . Το έργο του πολωνικής καταγωγής αμερικανού καθηγητή Z.Brzezinski,“Η Μεγάλη Σκακιέρα: Η Αμερικανική Κυριαρχία και οι Γεωστρατηγικές της Επιταγές”, που εκδόθηκε στα τέλη του 1997 περιείχε τη σαφή προβολή ενός πολιτικού προγραμματισμού που θα μπορούσε κάλλιστα να ενταχθεί στη δεύτερη φάση του προαναφερθέντος ναπολεόντειου ορισμού.
   Για μια σημαντικότατη μερίδα του αμερικανικού μηχανισμού η λογική Μπρζεζίνσκι συμπληρώνει και παράλληλα συγκεκριμενοποιεί μία απ’ο τις θεμελιώδεις πτυχές της μεταψυχροπολεμικής “παρακαταθήκης”, όπως αυτή εντοπίζεται στο τελευταίο κεφάλαιο της “Διπλωματίας” του H.Kissinger.  Εκεί  διαφαίνεται με σαφήνεια όχι μόνο η διαχρονική αξία της γεωπολιτικής θεώρησης αλλά το σπουδαιότερο οριοθετείται με ακρίβεια το ζωτικό συμφέρον των ΗΠΑ στην ελλειψοειδή ευρασιατική σκακιέρα…“Γεωπολιτικά η Αμερική είναι ένα νησί μακριά από τις ακτές της γήινης μάζας της Ευρασίας…Η κυριαρχία μίας και μόνο δύναμης σε οποιδήποτε από τις δύο κύριες σφαίρες της Ευρασίας -Ευρώπη ή Ασία- παραμένει ένας καλός ορισμός στρατηγικού κινδύνου για την Αμερική με ή χωρίς Ψυχρό Πόλεμο”.  (οι υπογραμμίσεις του γράφοντος).  Γίνεται εξίσου σαφές για το ποια θα πρέπει να είναι και η θέση της Ρωσίας σε αυτό το χώρο.  “Η νέα ρωσική ηγεσία δεν δικαιούται να πάρει στα χέρια της τη σφαίρα επιρροής που τσάροι & κομισάριοι αγωνίζονταν επί 300 χρόνια να εδραιώσουν γύρω από τα απέραντα σύνορα της Ρωσίας”.  (18).
   Η αμερικανική φρενίτιδα σχετικά με την υποστήριξη του οικονομικά αδιανόητου και γεωπολιτικά αδιέξοδου πετρελαιαγωγού Baku-Ceyhan αποτελεί ένα από τα πλέον αντιπροσωπευτικά σημαίνοντα της παραπάνω πολιτικής πρότασης καθώς η αναζωπύρωση των ιστορικών ανταγωνισμών συνδυαζόμενη με το ζήτημα της νομής των ενεργειακών πόρων & της αναβίωσης των εθνικισμών της έχουν προσδώσει μία εκρηκτική διάσταση.  Το γεγονός ότι αυτή η εκρηκτικότητα παραμένει προς το παρόν υποδόρια δεν την καθιστά καθόλου λιγότερο επικίνδυνη.  Δεν είναι άλλωστε τυχαίο το προσωνύμιο με το οποίο ο Μπρζεζίνσκι επέλεξε να χαρακτηρίσει ένα μεγάλο κομμάτι της Μείζονος Μέσης Ανατολής.  Ο χαρακτηρισμός αυτός είναι ενδεικτικός τόσο της εθνολογικής πανσπερμίας, της πολιτικής επικινδυνότητας όσο και της τεράστιας στρατηγικής αξίας του χώρου που ο αμερικανός στρατηγιστής αποκαλεί “Ευρασιατικά Βαλκάνια”.  (βλ.Χάρτη 3).
   Ενδεικτικό επίσης της σημασίας του είναι ότι αυτός ο χώρος  για πρώτη φορά στην ιστορία της γεωπολιτικής σκέψης φαίνεται να καταλαμβάνει στην ιεράρχηση των στρατηγικών περιοχών (pivot areas) θέση σχεδόν ισότιμη με αυτή που καταλαμβάνουν στην ελλειψοειδή ευρασιατική σκακιέρα το δυτικό (Ευρώπη) και ανατολικό (Pacific Ream) της άκρο. Με δεδομένη την επικυριαρχία των ΗΠΑ επι της Ιαπωνίας και της πασιφανούς -ιδίως μετά το Κόσοβο- τραγικής αδυναμίας της ΕΕ να συγκροτήσει μια Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Άμυνας (ΚΕΠΠΑ), ο μόνος χώρος όπου η είτε επιδιώκεται να επιβληθεί είτε απειλείται περισσότερο η αμερικανική πρωτοκαθεδρία είναι εκείνη η περιοχή που παρεμβάλλεται και ταυτόχρονα συνδέει τα δύο ευρασιατικά άκρα.  Υπό αυτή την άποψη κατά τη λογική Brzezinski όλα τα μέρη της ευρασιατικής σκακιέρας φαίνεται να εξισώνονται στρατηγικά. (19).
   Συστηματικοποιώντας περαιτέρω τη θεώρηση Μπρζεζίνσκι διαπιστώνουμε ότι τα “Ευρασιατικά Βαλκάνια” υποδιαιρούνται σε τέσσερα μεταξύ τους διακριτά & αλληλεπιδρώντα υπομέτωπα (Ινδικό, Περσικό, Μεσογειακό, Αιγιακό) που ταυτίζονται απολύτως με τις δυνητικές διεξόδους του κασπιανού πετρελαίου τόσο προς τη Δυτική Ευρώπη και τις ΗΠΑ όσο και προς τις ραγδαίως αναπτυσσόμενες περιοχές της Ινδίας, της Κίνας  και της Ινδοκίνας. (Βλ.Χάρτη 4):
   α) Το Ινδικό Μέτωπο: Το μέτωπο αυτό αναλύεται από το και επισήμως (Μάϊος 1998) πυρηνικοποιημένο τρίγωνο αστάθειας, όπως αυτό σχηματίζεται από τα αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα της Ινδίας & του Πακιστάν γύρω από τις περιοχές του Kashmir & Punjab, του εμφυλίου πολέμου στο Αφγανιστάν και του γενικότερου πλαισίου των συσχετισμών ισχύος γύρω από το ρόλο του Ιράν, της Ρωσίας και της Κίνας στην ευρύτερη περιοχή της νότιας και νοτιο-ανατολικής Κεντρικής Ασίας. Μετά την κατάρρευση (1992) της φιλορωσικής κυβέρνησης που αναδείχθηκε την επαύριο της σοβιετικής υποχώρησης το 1989 οι νικητές μουτζαχεντίν στάθηκαν ανίκανοι να δημιουργήσουν μια ενιαία συγκεντρωτική διοίκηση που θα προφύλασσε το κράτος από το να μετατραπεί σ’ένα συρφετό αυτοδιοικούμενων και λιμαζόμενων από πολεμάρχους περιοχών.(20)
   Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την ρωσική επέμβαση στον τατζικικό εμφύλιο πόλεμο ήδη από τα μέσα του 1993 δημιουργούσε ένα ζωτικό κενό αστάθειας που καθιστά απαγορευτική την οποιαδήποτε συζήτηση για τη δημιουργία περτελαιαγωγών και αγωγών ΦΑ από το Τουρκμενιστάν & το Καζαχστάν που θα καταλήγουν είτε στην αραβική θάλασσα (Gwadar) ή στην επαρχία του Punjab στο κεντρικό Πακιστάν (Multan).  Ενδεχόμενη κατασκευή των αγωγών αναβαθμίζει κατακόρυφα τη στρατηγική αξία της χώρας έναντι όχι μόνο της Ινδίας αλλά και της ίδιας της Ρωσίας που πλέον δεν θα μπορέσει να ελέγχει γεωοικονομικά τις νεότευκτες δημοκρατίες με επίκεντρο το Τουρκμενιστάν, το Καζαχστάν και ιδιαίτερα το Ουζμπεκιστάν, που από τους υποστηρικτές της πολιτικής Brzezinski θεωρείται ως η ατμομηχανή της κεντρασιατικής ανεξαρτησίας με ότι αυτό συνεπάγεται για τη Μόσχα. (21).
   Το μέσο που το Πακιστάν χρησιμοποίησε προκειμένου να επιτύχει την πολιτική σταθεροποίηση του Αφγανιστάν, με τη μερική υποστήριξη της Σαουδικής Αραβίας (ως το καλοκαίρι του 1998) και την προτροπή των ΗΠΑ, δεν ήταν άλλο από την εκπαίδευση, εξοπλισμό και παντοδαπή υποστήριξη των ακραίων στοιχείων της αφγανικής πτυχής του ισλαμιστικού κινήματος Deobandi, γνωστότερων ως Taliban. Από την κατάληψη της Qandahar (Οκτώβριος 1994) ως την πτώση του ισχυρότατου βορειοδυτικού προπυργίου της αντιπολίτευσης Mazar-I Sharif, τον περασμένο Αύγουστο, οι Ταλιμπάν πέτυχαν να εδραιώσουν τον έλεγχο τους σχεδόν στο 80-85% της χώρας, χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει ότι η επιζητούμενη σταθεροποίηση βρίσκεται προ των πυλών, δεδομένου ότι ο κεντρασιατικός συνασπισμός των αντιπολιτευόμενων αφγανικών στοιχείων με την υποστήριξη της Ρωσίας αλλά και του Ιράν, που τον Σεπτέμβριο του 1998 παρολίγο να εμπλεκόταν σε πόλεμο με τους Ταλιμπάν, διατηρεί τον έλεγχο του κρίσιμου βορειοανατολικού τομέα της χώρας.
   Εκτός αυτού οι ακρότητες του ταλιμπανικού καθεστώτος αλλά και η τεκμηριωμένη συνεργασία του με τον “αρχιτρομοκράτη” Οσάμα Μπ’ιν Λάντεν προκαλούν σοβαρότατα προβλήματα διεθνούς νομιμοποίησης του καθεστώτος ιδιαίτερα όσον αφορά την σαουδαραβική και κυρίως αμερικανική πολιτική, η οποία, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση του Ιράν, βρίσκεται εγκλωβισμένη ανάμεσα στην στρατηγική αναγκαιότητα και τις επιταγές των ενδογενών πολιτικών ισορροπιών, δηλαδή της ασκούμενης από τα διάφορα εθνικά lobby πίεσης.  Εκτός από το Πακιστάν, τα Εμιράτα και τη Σαουδική Αραβία κανένα άλλο κράτος στον κόσμο δεν έχει αναγνωρίσει την κυβέρνηση του “Ισλαμικού Εμιράτου του Αφγανιστάν”, όπως έχει μετονομαστεί από τον ηγέτη των Ταλιμπάν, Mullah Muhammad Umar, ο πρώην σοβιετικός δορυφόρος.
   Η αμερικανική πολιτική περαιτέρω αποδυναμωμένη εξαιτίας της αντίθεσης της στο πακιστανικό πρόγραμμα πυρηνικοποίησης και της προσέγγισης του Χατάμι με τη Σαουδική Αραβία, πέτυχε να διαρρήξει τις σχέσεις της με το σημαντικότερο μαζί με το Πακιστάν περιφερειακό σύμμαχο της στην ανατολική εσχατιά των Ευρασιατικών Βαλκανίων.  Η απόφαση του προέδρου Κλίντον να βομβαρδίσει το Αφγανιστάν στις 20 Αυγούστου 1998, καταδιώκοντας την σκιά του αρχιτρομοκράτη Μπιν Λάντεν, δεν κατόρθωσε να καταστρέψει τίποτε άλλο εκτός από τα ερείσματα της αμερικανικής ισχύος στην περιοχή.  Ο διευθυντής του Κέντρου Προληπτικής Δράσης στο Council on Foreign Relations, B.Rubin σημειώνει χαρακτηριστικά “Η συνεχιζόμενη υποστήριξη του Μπιν Λάντεν και η αποκήρυξη της αμερικανικής επιδρομής εξάλειψε την παραμικρή πιθανότητα ενός αμερικανο-ταλιμπανικού διαλόγου που ίσως να οδηγούσε στην επίσημη αναγνώριση του καθεστώτος από τις ΗΠΑ με την ταυτόχρονη κατασκευή αγωγών πετρελαίου και ΦΑ από την Κεντρική Ασία”. (22).
   Η πρώτη άμεση επίπτωση της αμερικανικής ψύχωσης σχετικά με τα ζητήματα τρομοκρατίας υπήρξε η αποχώρηση (Νοέμβριος 1998) της αμερικανικής εταιρείας Unocal από την κοινοπραξία Centgas που έχει αναλάβει την κατασκευή ενός γιγαντιαίου αγωγού ΦΑ κόστους 2 Δις.$ και μήκους 1,400 χιλιομέτρων από το τουρκμενικό πεδίο Dauletabad στο πακιστανικό Multan. Η αμερικανική εταιρεία κατήγγειλε την πολιτική της Ουάσινγκτον απαιτώντας την αναγνώριση της ταλιμπανικής κυβέρνησης ως απαραίτητη προϋπόθεση για την σταθεροποίηση.  Η εκεχειρία που συμφωνήθηκε μεταξύ των αντιμαχόμενων παρατάξεων στο Asghabad (14/3/99) προέβλεπε την οριστική κατάπαυση του πυρός και τη σύσταση ενιαίας κυβέρνησης μπορεί προς στιγμή να χαροποίησε πολλούς αλλά δεν κατάφερε να ξεγελάσει κανένα.   
   Παρά τις πρόσφατες σχεδόν απέλπιδες προσπάθειες των Ταλιμπάν σε συνεργασία με την τουρκμενική και πακιστανική κυβέρνηση για την αντικατάσταση της Unocal, το ουσιώδες εντοπίζεται στο γεγονός ότι με ρωσο-ιρανική συμβολή το ετερόκλητο κράμα που αποτελεί την αφγανική αντιπολίτευση μπόρεσε να ανασυνταχθεί και να ανακαταλάβει (21 Απριλίου) το ταλιμπανικό προπύργιο Bayamin, την ίδια στιγμή που η Μόσχα κατασκεύασε μία νέα στρατιωτική βάση 25,000 ανδρών επι της αφγανό-τατζικικής μεθορίου. Στις 10 Μαϊου η εκεχειρία κατάρρευσε σηματοδοτώντας την αρχή ενός νέου αιματηρού γύρου στον αδυσώπητο πόλεμο φατριών που επί μια εικοσαετία έχει βυθίσει τη χώρα στο χάος.
  β) Το Ιρανικό Μέτωπο:H περίπτωση του Ιράν αποτελεί ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα του σχίσματος που υφίσταται στην αμερικανική διπλωματία ανάμεσα στην στρατηγική αναγκαιότητα και το εσωτερικό κόστος που συνεπάγεται η εκτέλεση αυτής της αναγκαιότητας αναλογικά με την ισχύ του εκάστοτε εθνικού lobby.  Αναφορικά με το κασπιανό ζήτημα δεν χωρά αμφιβολία ότι η ιρανική διέξοδος είναι η πλέον συμφέρουσα από οποιαδήποτε άλλη εναλλακτική τόσο από άποψη κόστους κατασκευής όσο και από άποψη πολιτικής βιωσιμότητας μιας ενδεχόμενης επένδυσης.  Καταρχάς το Ιράν δεν ελέγχεται από την Ρωσία.  Μπορεί αυτή να αποτελεί το στρατηγικό του εταίρο στην περιοχή αλλά σε καμία περίπτωση η σχέση αυτή δεν είναι ετεροβαρής εναντίον της Τεχεράνης.  Αν η αμερικανική στρατηγική δεν είχε προωθήσει με τέτοια μονομέρεια και άκριτο φανατισμό το τουρκικό χαρτί και αν δεν συνέχιζε ν’ αντιμετωπίζει το Ιράν σαν το θεοκρατικό-τρομοκρατικό κράτος του 1979, η Τεχεράνη θα είχε πολύ λίγους ενδοιασμούς από το να ανατρέψει την μονομερή φιλορωσική της στάση, αν βεβαίως βοηθείτο να ξεπεράσει και τα εσωτερικά της ιδεολογικά κωλύματα.
   Η διαιώνιση των αμερικανικών κυρώσεων εναντίον του Ιράν το μόνο που πετυχαίνουν είναι να απομακρύνουν τις ΗΠΑ από αυτό που θα έπρεπε να είναι ο αντικειμενικός στρατηγικός τους στόχος: Μια πολιτική προσέγγιση με την Τεχεράνη που θ’αναδείκνυε την πρώτη στην περιφερειακή υπερδύναμη της Μέσης Ανατολής, χωρίς αυτό να συνεπάγεται την ανασφάλεια της Σαουδικής Αραβίας και του Ισραήλ, διασφαλίζοντας ταυτοχρόνως την αμερικανική πρωτοκαθεδρία και στα Ευρασιατικά Βαλκάνια.  Αντί για αυτό, η εμμονή των ΗΠΑ στη δαιμονοποίηση του Ιράν και η άκαμπτη αντίθεση τους στα ζητήματα τρομοκρατίας, πυρηνικού προγράμματος, ιρανο-τουρκικών και ιρανο-ταλιμπανικών σχέσεων, έδωσε τη χρυσή ευκαιρία στη ρωσική διπλωματία να πάρει σημαντικό προβάδισμα στον αγώνα για το πολιτικό μέλλον του σημαντικότερου γεωπολιτικού “οικοπέδου” των ευρασιατικών Βαλκανίων, την στιγμή που η στρατηγική της διπλής ανάσχεσης έχει εκ των πραγμάτων χρεοκοπήσει.  Δεν είναι άλλωστε τυχαίο το γεγονός ότι και οι βασικοί της εμπνευστές -μεταξύ των οποίων και ο Brzezinski- στρέφονται αναφανδόν εναντίον της. (23).
   Παρ’όλα αυτά η εντυπωσιακή εκλογή του M.Khatami στο προεδρικό θώκο της χώρας το Μάϊο του 1997 αποτέλεσε το εναρκτήριο λάκτισμα μίας πορείας επαναπροσέγγισης μεταξύ δύο κυβερνήσεων που δεν έχουν πλέον την πολυτέλεια να παραγνωρίζουν -λόγω των ιδεολογικών τους νεφελωμάτων- την δυναμική ταύτιση των εθνικών τους συμφερόντων, ακολουθώντας το σκεπτικό της ιστορικής αμερικανοκινεζικής σύμπραξης του 1971.  Το πρώτο βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση έγινε με την συνέντευξη του Χατάμι στο CNN το Φεβρουάριο του 1998 η οποία άνοιξε τους δίαυλους επικοινωνίας προς τις ΗΠΑ αξιοποιώντας τα μέσα του δευτέρου βαθμού διπλωματίας, όπως οι μη κυβερνητικοί οργανισμοί (NGO) οι πολιτιστικές ανταλλαγές και τα διπλωματικώς διανθισμένα αθλητικά γεγονότα. (24).
   Ταυτόχρονα η διπλωματική ρητορική του Χαταμί “απολυμάνθηκε” από τις αντιαμερικανικές κορώνες του παρελθόντος ενώ η εξομάλυνση των σχέσεων της Τεχεράνης με τα Εμιράτα του Κόλπου και τη Σαουδική Αρβία αύξησε το ειδικό βάρος της χώρας σπάζοντας την απομόνωση της από τον αραβικό κόσμο.  Αποκορύφωμα αυτής της πολιτικής στάθηκε η διεθνής Διάσκεψη των Ισλαμικών κρατών στην Τεχεράνη το Δεκέμβριο του 1997 όπως και η συνεννόηση της Τεχεράνης με το Ριάντ στο ζήτημα των Ταλιμπάν και την αποκλιμάκωση της έντασης στα ιρανο-αφγανικά σύνορα κατά την κρίση του Σεπτεμβρίου 1998. Παράλληλα η συστηματικοποίηση των επαφών της χώρας με τη Δύση συνέβαλε στην περαιτέρω αποδυνάμωση των αμερικανικών κυρώσεων από τη στιγμή που η Γαλλία, η Ιταλία και σε δεύτερο βαθμό η Ελλάδα διατηρούν σημαντικότατες οικονομικές σχέσεις με το Ιράν. (25). Η επίσκεψη του ιρανού ΥΠΕΞ, K.Kharrazi, στην Αθήνα το Δεκέμβριο 1997 όπως και αυτή του Χαταμί στη Ρώμη και το Παρίσι τον Μάρτιο του 1998 αποτελούν απτές αποδείξεις για την αναγκαιότητα  μεταστροφής της αμερικανικής στρατηγικής.
   Μια αναγκαιότητα που γίνεται ολοένα και επιτακτικότερη από την αποτυχία των τουρκικών κασπιανών φιλοδοξιών και το πλήρες αδιέξοδο του παλαιστηνιακού ζητήματος.  Το ζωτικό συμφέρον των ΗΠΑ επιτάσσει την παράκαμψη των επιχειρημάτων του τουρκικού και μερίδας του εβραϊκού λόμπυ τη στιγμή που αφενός μεν, παρά την ευρεία λαϊκή απήχηση του μεταρρυθμιστικού μηνύματος Χαταμί, η εξωτερική και αμυντική πολιτική της χώρας ουσιαστικά βρίσκεται στα χέρια του θρησκευτικού ηγέτη Ayiatollah Ali Khamenehi, αφετέρου δε διεξάγεται ένας αδυσώπητος εσωτερικός “πόλεμος” για τον έλεγχο της κρατικής μηχανής. (26). Μπορεί ο πρόσφατος θρίαμβος της μεταρρυθμιστικής πτέρυγας στις δημοτικές εκλογές του περασμένου Μαρτίου να προσδίδει ένα τακτικό πλεονέκτημα στον Χαταμί αλλά η πολιτική του κυριαρχία επι των φονταμενταλιστών θα εξαρτηθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό και από τις αμερικανικές κινήσεις.  Την ώρα που ολοκληρώνεται η παρούσα μελέτη (12-7-99) στην Τεχεράνη διαδραματίζεται ένα ακόμη επεισόδιο αυτής της εσωτερικής διαπάλης με το δυναμικότερο μεταρρυθμιστικό κομμάτι της ιρανικής κοινωνίας (Φοιτητές) σε πρωταγωνιστικό ρόλο εναντίον των δυνάμεων καταστολής και των Μυστικών Υπηρεσιών που στην συντριπτική τους πλειοψηφία ελέγχονται από τον ουσιαστικό “ισχυρό άνδρα” της Ισλαμικής Δημοκρατίας και διάδοχo του Homeini, Ayiatollah Ali Khamenehi.
   γ) Το Μεσογειακό-Τουρκικό Μέτωπο: το κέντρο βάρος του οποίου εντοπίζεται στο ζήτημα του αγωγού Baku-Ceyhan και τη δομικά ασταθή Τουρκία που εκπέμπει ως σύμπτωμα της εσωτερικής της ανασφάλειας κύματα επιθετικότητας σε όλη την περιοχή χωρίς να είναι σε θέση να απορροφήσει το κόστος των υπερεπεκτατικών της ανοιγμάτων. Με αυτόν τον τρόπο επαυξάνει την αστάθεια του χώρου καθιστώντας εαυτήν μέρος του προβλήματος και όχι επίλυση του.
   δ) Το Αιγιακό Μέτωπο: Το δυτικότερο άκρο του ευρασιατικού Nότου περιλαμβάνει το μείζονα ελληνικό χώρο από τη Θράκη ως την Κύπρο που θα καταστεί εκ των πραγμάτων μία από τις βασικές διαμετακομιστικές οδούς του κασπιανού πετρελαίου προς τη Δυτική Ευρώπη.  Εντάσσεται παράλληλα, λόγω των τουρκικών διεκδικήσεων στο ανατολικό Αιγαίο, στην ευρύτερη ζώνη αστάθειας που διαχέεται από το κέντρο των ευρασιατικών βαλκανίων τέμνοντας σχεδόν στη μέση το ελληνικό αρχιπέλαγος (25ή παράλληλος), πράγμα που άλλωστε αποτελεί πάγια επιδίωξη της τουρκικής πολιτικής από το 1974.  Παράλληλα ως το κατεξοχήν βαλκανικό και Παρευξείνιο κράτος η κατάληξη που θα λάβει το ζήτημα της ροής των πετρελαίων θα έχει αποφασιστικές συνέπειες για την ασφάλεια του. Ωστόσο, προτού προχωρήσουμε στην αναλυτική παρουσίαση των εξελίξεων στο Μεσογειακό-Τουρκικό και Αιγιακό Μέτωπο είναι απαραίτητο να αναφερθούμε στην γεωοικονομική πτυχή του Κασπιανού Ζητήματος όπως και στους βασικούς άξονες της ρωσικής μετασοβιετικής στρατηγικής στην περιοχή.



ΙΙΙ) Η Γεωοικονομική Βαρύτητα της Περιοχής και οι  Βασικοί Πυλώνες της Ρωσικής Στρατηγικής. 


   Πέραν της ιστορικής & γεωπολιτικής σημασίας της παρακασπιανής ζώνης το σημαντικότερο ίσως στοιχείο της, εντοπίζεται στα πολυτιμότατα αποθέματα πετρελαίου & φυσικού αερίου (ΦΑ) που εμπεριέχονται στην κασπιανή λεκάνη.
   Με δεδομένη την παγκόσμια αύξηση της ζήτησης πετρελαίου  περίπου κατά 55% για την επόμενη 25ετία (1995-2020) και την προβλεπόμενη εξάντληση των αποθεμάτων της Αλάσκας & της Βόρειας Θάλασσας ως το 2010-15, τα κασπιανά πετρέλαια θα αποκτήσουν εξελικτικά τεράστια πολιτικοοικονομική σημασία εφάμιλλη κατά το ήμισυ με αυτήν του Περσικού Κόλπου ο οποίος διαθέτει περίπου τα  2/3 των υπαρχόντων αποθεμάτων πετρελαίου καλύπτοντας το 29,2% της παγκόσμιας παραγωγής.  Ενδεικτικό της στρατηγικής υπεραξίας της ΜΜΑ, που συνενώνει τις δύο μεγαλύτερες πετρελαιοπαραγωγικές λεκάνες του κόσμου (Βλ.Χάρτη 5) είναι το γεγονός της αναπόφευκτης και ολοένα διογκούμενης εξάρτησης των ΗΠΑ, της Ε.Ε και της ραγδαίως αναπτυσσόμενης Ανατολικής Ασίας από τα στρατηγικά αποθέματα της ΜΜΑ.
   Το 1995 το 45% των πετρελαϊκών αναγκών των ΗΠΑ καλύφθηκαν από εισαγωγές με τάση -αν διατηρηθούν οι υπάρχουσες χαμηλές τιμές- η εξάρτηση αυτή να διογκωθεί ως το 2010 στο επίπεδο του 60% με τη ΜΜΑ να καλύπτει περισσότερο του 1/3 αυτών των εισαγωγών. Η δε Ευρωπαϊκή Ένωση είναι περισσότερο εξαρτημένη από τα αποθέματα της ΜΜΑ δεδομένου ότι ενώ διαθέτει μόνο το 2% των παγκοσμίων αποθεμάτων πετρελαίου και παράγει κάτω του 4% καταναλώνει άνω του 18% των αποθεμάτων η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων με καλύπτεται με εισαγωγές από τη ΜΜΑ.   Είναι ενδεικτικό ότι μόνο το 1990 πάνω από το 25% των συνολικών εξαγωγών του Κόλπου κατευθύνονταν προς την Ευρώπη.
   Την μεγαλύτερη πάντως εξάρτηση από τα αποθέματα της ΜΜΑ θα αντιμετωπίσουν οι ραγδαίως αναπτυσσόμενες χώρες της ευρύτερης ζώνης της Ασίας-Ειρηνικού (Pacific Ream) με προεξάρχουσες τις “τίγρεις” της Ν.Α. Ασίας, την Κίνα και την Ιαπωνία.  Με δεδομένη την δραματική διόγκωση του τομέα των μεταφορών στις προκείμενες χώρες (100,000,000 αυτοκίνητα μόνο στην Κίνα) εως το 2015 η ζήτηση κατανάλωσης πετρελαίου πρόκειται να τριπλασιαστεί κατά την προκείμενη περίοδο σε βαθμό που ως το 2005 -αν τα αποθέματα της Νότιας Κινεζικής Θάλασσας παραμείνουν ανεκμετάλλευτα- το επίπεδο εξάρτησης των προκείμενων οικονομιών από τις εισαγωγές πετρελαίου θα φτάσει στο εκπληκτικό επίπεδο του 72%.  Αυτό όμως που είναι ακόμη εκπληκτικότερο είναι το γεγονός ότι το πετρέλαιο αυτό θα καλυφθεί κατά 92% από τα αποθέματα της ΜΜΑ.  Ενδεικτικό της μελλοντικά αναπόφευκτης και δυναμικής εμπλοκής της Κίνας και των χωρών της Ν.Α.Ασίας στις εξελίξεις της ΜΜΑ, αποτελεί το γεγονός ότι ως το 2010-5 οι χώρες αυτές μαζί με την Ινδία θα καταναλώνουν σε καθημερινή βάση συνολικά 21,000,000 βαρέλια  μεσανατολικού πετρελαίου, την ίδια στιγμή που η συνολική ζήτηση των ΗΠΑ και της ΕΕ συνδυαστικά δεν θα υπερβαίνει τα 12,000,000 βαρέλια. (27).
   Η κασπιανή λεκάνη υπολογίζεται ότι περιέχει κατά τις πλέον απαισιόδοξες προβλέψεις 20 δισεκατομμυρίων-δις βεβαιωμένων & 35-40 πιθανών βαρελιών αργού πετρελαίου, χωρίς να λείπουν και πιο αισιόδοξες προβλέψεις σαν αυτή του διευθυντή του Κέντρου Στρατηγικών & Διεθνών Σπουδών (CSIS) της Ουάσινγκτον R.Ebel που ανεβάζει το ποσό στα 160 δις. ή και ακόμη πιο αισιόδοξες που ξεπερνούν τα 200 δις. βαρέλια.  Ωστόσο, μια πιο ισορροπημένη αξιολόγηση οριοθετεί τα υπολογιζόμενα αποθέματα στα περίπου 90 δις. βαρέλια. (27α).  Η Ρωσία μαζί με τα Καζαχστάν & Αζερμπαϊτζάν ελέγχουν το 21% των εγνωσμένων & πιθανώς 25% των πιθανών παγκοσμίων αποθεμάτων ποσό αντίστοιχο περίπου του 50% της Μ.Ανατολής, ενώ το 90% του πετρελαίου Φυσικού Αερίου που καταναλώνεται στην Ουκρανία και την Αν.Ευρώπη διοχετεύεται μέσω του ρωσικά ελεγχόμενου δικτύου αγωγών της πρώην ΕΣΣΔ. (28).
   Παράλληλα με το πετρέλαιο τα αποθέματα φυσικού αερίου-ΦΑ δεν είναι διόλου ευκαταφρόνητα δεδομένου ότι το ΦΑ βρίσκεται στην πρωτοπορία του παγκόσμιου ενεργειακού εκσυγχρονισμού καθώς, συγκρινόμενο με το πετρέλαιο, το λιγνίτη & την πυρηνική ενέργεια είναι όχι μόνο αποδοτικότερο στην παραγωγή ηλεκτρισμού λόγω της μεγάλης περιεκτικότητας του σε άνθρακα αλλά και φιλικότερο προς το περιβάλλον.  Υπολογίζεται ότι πλην της Ρωσίας & του Ιράν, των δύο μεγαλύτερων παραγωγών ΦΑ παγκοσμίως, τα λοιπά τρία παράκτια κράτη (Αζερπμαϊτζάν, Καζ/ταν, Τουρκμενιστάν) διατηρούν κατά μέσο όρο 18,5 τρισεκατομμύρια-τρις. κυβικά μέτρα ΦΑ (cm3) υπερκαλύπτοντας κατά τρείς φορές τα πενιχρά αποθέματα όλων των ευρωπαϊκών χωρών μαζί (6,4 τρις. cm3).  Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι ήδη το 35-40% των αναγκών της Ε.Ε καλύπτεται από τη Ρωσία, ενώ το Τουρκμενιστάν θεωρείται κατά ορισμένες μελέτες ως η ανερχόμενη μεγάλη δύναμη του ΦΑ με υπολογιζόμενα αποθέματα που αγγίζουν τα 16 τρις.cm3, δηλαδή παγκοσμίως τα τρίτα μετα το Ιράν και τη Ρωσία.(29).
   Στο σημείο αυτό, προτού να προχωρήσουμε στην αναλυτική εξιστόρηση της ρωσο-τουρκικής αντιπαράθεσης, θεωρούμε απαραίτητο να αναφερθούμε εν συντομία στις βασικές παραμέτρους της ρωσικής στρατηγικής αναφορικά με την (γεω)πολιτική επανενσωμάτωση (geopolitical reintegration) των παρακασπιανών δημοκρατιών και τον έλεγχο όχι τόσο της παραγωγής αλλά το κυριότερο των εξαγωγικών δρομολογίων του κασπιανού πετρελαίου.
   Α) Το στρατηγικό έλεγχο των υπαρχόντων & σχεδιαζόμενων εξαγωγικών αγωγών πετρελαίου & ΦΑ είτε άμεσα μέσω της πολιτικής αποσταθεροποίησης των περιοχών που θα διατρέχουν οι σχεδιαζόμενοι αγωγοί (Καύκασος – Εύξεινος - Αιγαίο, Ιράν-Περσικός, Β. Αφγανιστάν-Αραβική θάλασσα) είτε έμμεσα μέσω της σύστασης ισχυρών περιφερειακών συμμαχιών (Κίνα, Ιράν, Ινδία) που θα διασφάλιζαν μακροπρόθεσμα τα ρωσικά συμφέροντα αναγνωρίζοντας την πρωτοκαθεδρία της Μόσχας στην επίμαχή περιοχή.
   Β) Την προστασία ρωσικών ή ρωσοποιημένων εθνικών πληθυσμών που ξεπερνούν τα 30-35 εκατομμύρια βρισκόμενων σε στρατηγικά για τα πετρελαϊκά δρομολόγια σημεία, κατά μήκος του ανασχετικού άξονα Brzezinski (Υπερδνειστερία, Αν.Ουκρανία, Κριμαία, Β.Καζαχστάν) και χρησιμεύουν ως πρόσχημα είτε για την τοποθέτηση συνοριακών φρουρών & στρατιωτικών βάσεων σε κρίσιμες πετρελαϊκές ζώνες (Ταζτικιστάν, Γεωργία, Αρμενία, Μολδαβία) είτε για τη φύλαξη πρώην σοβιετικών εγκαταστάσεων (Κριμαϊκοί Λιμένες, Φωλέες Διηπειρωτικών Πυραύλων-ICΒΜ SS-18 στα Derzharinsk & Zhangiz-Tobe του βορείου Καζ/τάν).
   Γ) Την υπόθαλψη αποσχιστικών κινημάτων εθνικού και πολιτικού χαρακτήρα με σκοπό την αύξηση της πολιτικής εξάρτησης (εγκατάσταση συνοριακών φρουρών, βάσεων, εξοπλιστικό μονοπώλιο, πολιτική ευθυγράμμιση κ.α) των προκείμενων χωρών από τη Ρωσία κατά τα πρότυπα του αρμενόαζερικού πολέμου (1988-1994), του γεωργιανού εμφυλίου (Γκαμσαχούρντια-Σεβαρτνάντζε 1991-92), όπως και των πολυάριθμων κινημάτων που πραγματοποιήθηκαν στο Αζερ/τζάν από το 1993 και μετά.  Η αποσταθεροποίηση του Ε.Σεβαρτνάντζε μέσω των βομβιστικών ενεργειών (8/95 & 2/98) εντάσσεται -χωρίς αυτό να συνεπάγεται ρωσική εμπλοκή- στο παραπάνω πλαίσιο της δομικούς αστάθειας των προσωποπαγών καθεστώτων που κυβερνούν τις νότιες μετασοβιετικές δημοκρατίες.
   Δ) Την παρεμπόδιση δημιουργίας μίας κεντρασιατικής συνομοσπονδίας ή έστω συνολικής πολιτικής συννενόησης μεταξύ των Παρακασπιανών Μετασοβιετικών Δημοκρατιών (ΠΜΔ).  Δημιουργία εξαιρετικά αμφίβολη αν λάβει κανείς υπόψιν το συνοριακό & εθνολογικό status quo που ώς απόρροια της κολεκτιβοποίησης του 1930, εμποδίζει εκ των πραγμάτων αυτήν την ένωση.  Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι στο μυαλό του Στάλιν ο γεωγραφικός γιγαντισμός του Καζ/τάν, η ενσωμάτωση των ιερών ταζικικών πόλεων της Μουκχάρας & Χίβας στο Ουζμπεκιστάν όπως και το πλήθος των εθνοτικών θυλάκων-βομβών (Ν.Καραμπάχ, Ναχιτζεβάν, Απχαζία,κ.α) θα απέτρεπε ακριβώς το παραπάνω ενδεχόμενο. Όπως ακριβώς έγινε και κατά τις περιόδους της τσαρικής (1825-1885) & κομμουνιστικής (1918-1936) κατάκτησης οι εσωτερικές διαμάχες των ΠΔΜ επιτείνουν την ανικανότητα τους να αντισταθούν αποτελεσματικά στη ρωσική πολιτική.  Οι ταζκικο-ουζμπεκικές τριβές για το θύλακα του Β.Μπανταχτσάν, η τουρκμενο-αζερική διένεξη για την κυριότητα του πετρελαϊκού πεδίου Guneshli σε συνδυασμό με την προσπάθεια των ουζμπέκων να οικειοποιηθούν τα νερά της Αράλης και την έκρηξη του νοτιο-οσσετικού & γεωργιανο-απχαζικού πολέμου, αποδεικνύουν τα παραπάνω. Η δε περίπτωση του GUAM θα εξεταστεί στη συνέχεια, χωρίς βεβαίως αυτός ο άτυπος συνασπισμός να είναι σε θέση να αποτελέσει το αποτελεσματικό Forum για τη διμερή –χωρίς ρωσική παρέμβαση- διευθέτηση των διαφορών.
   Παράλληλα όπως απέδειξε η προώθηση των υπό αμερικανικο-πακιστανική υποστήριξη Ταλιμπάν πλησίον της αφγανο-τατζικικής μεθορίου τον Οκτώβριο 1996 & το Μάϊο 1997 προκάλεσε σχεδόν αυτόματη αντισυσπείρωση υπό ρωσική κηδεμονία των σεκουλαριστικών καθεστώτων σε μία προσπάθεια ν’αυτοπροστατευθούν από το ενδεχόμενο της εσωτερικής ισλαμιστικής έκρηξης.  Αυτή άλλωστε η λογική του “διαίρει & βασίλευε” εφαρμόζεται και στο πλαίσιο των ενδό-ομοσπονδιακών ισορροπιών εντός της Ρωσίας ανάμεσα στη Μόσχα και τις 89 επαρχίες της ώστε να αποτρέπονται οι φυγόκεντρες δυνάμεις όπως στην περίπτωση των Τατάρων του Καζάν, της ισχυρότερης ίσως ενδο- ομοσπονδιακής τάσης μετά την Τσετσενία. (30).
   E) Την αξιοποίηση όχι μόνο της πλήρους απουσίας οποιασδήποτε σοβαρής μετασοβιετικής υποδομής που θα εκσυγχρόνιζε τον τεχνό-βιομηχανικό ιστό των ΠΜΔ αλλά και της μερικής νομιμοφροσύνης της παλαιάς νομεκλατούρας από τη σοβιετική φιλοσοφία και πρακτική.  Ο καθηγητής του Yale F.Kazemzadekh, που ανήκει στην μειοψηφούσα “φιλορωσική” ομάδα (D.Pipes, S.Talbot, W.Christopher, D.Smolansky, S.Hunter) του αμερικανικού μηχανισμού, αναφέρει χαρακτηριστικά ότι “προς το παρόν οι κεντρασιατικές δημοκρατίες κυβερνώνται ουσιαστικά από το ίδιο πρόσωπο που της ήλεγχε για λογαριασμό της Μόσχας.  Το παλαιό καθεστώς έχει στα χέρια του την εξουσία και θα τη διατηρήσει για το ορατό μέλλον.(31).  Εκτός αυτού η συντριπτική πλειοψηφία των αστικοποιημένων πληθυσμών των ΠΜΔ που αποτελούν και την απαραίτητη στελεχιακή υποδομή σε καθαρά τεχνολογικό & τεχνοκρατικό επίπεδο είναι ρώσοι πολίτες που αν δεν έχουν μεταναστεύσει στη Ρωσία ή στο εξωτερικό, ουσιαστικά χρησιμοποιούνται ως η πέμπτη φάλαγγα από τη Μόσχα δεδομένης της αξίας τους στον εκσυγχρονισμό της παραγωγής και-το κυριότερο-του μηχανισμού και της υποδομής για τη διάθεση των προϊόντων (σιδηρόδρομοι, φράγματα, δρόμοι κ.α).
   Ταυτόχρονα δεν πρέπει να λησμονούμε το αποτέλεσμα 130 χρόνων κολεκτιβοποίησης & αποικιοποίησης δεδομένου ότι ελάχιστες από τις ΠΜΔ συμπεριλαμβανομένων της Ουκρανίας & Μολδαβίας ξεπερνούν το 75% της εθνολογικής ομογενοποίησης, αποτελώντας μία τραγική γιγαντογραφία της Βοσνίας εξίσου –αν όχι περισσότερο- εύφλεκτη και ασταθής με το βαλκανικό κρατίδιο. Η κατάσταση που επικρατεί εδώ και μία 20ετία στο Αφγανιστάν μπορεί κάλλιστα να περιγράψει το μέλλον της περιοχής.  Είναι δε αξιοσημείωτο το ότι οι Ρώσοι παρα τη σημαντική μετανάστευση της τελευταίας πενταετίας διατηρούν περί τα 30 εκατομμύρια ρωσοφόνων & κοζάκων που στις δύο σημαντικότερες χώρες της περιοχής (Καζαχστάν-Ουκρανία) αποτελούν αντιστοίχως το 36% & 25% του συνολικού πληθυσμού. (32).
   ΣΤ) Τη διαιώνιση του ζητήματος του νομικού χαρακτηρισμού της Κασπίας ως θάλασσας όπως ζητούν όλες οι παρακασπιανές δημοκρατίες πλην της Ρωσίας & του Ιράν.  Αντίθετα αν προχωρήσει το αίτημα Μόσχας & Τεχεράνης περί αναγνώρισης της Κασπίας ως λίμνης (εσωτερικής θάλασσας) τότε τα κυριαρχικά δικαιώματα των παράκτιων κρατών θα εκτείνονται εντός των 12 ν.μ.  Κάτι τέτοιο, όμως, με δεδομένο το γεγονός ότι τα πετρελαϊκά αποθέματα βρίσκονται πολύ πέρα από την αιγιαλίτιδα ζώνη των 12 ν.μ των Αζερ/τζαν & Καζ/ταν, θα σημαίνει ότι ο πλούτος του πυθμένα θα πρέπει να τεθεί υπό κοινό έλεγχο & εκμετάλλευση.  Το ουσιώδες είναι ότι η Μόσχα έχει επιβάλει ένα ιδιότυπο νομικό embargo το οποίο απαγορεύει την διεξαγωγή περαιτέρω ερευνών για την ανακάλυψη πετρελαίου εφόσον τίποτε δεν εγγυάται τη νομική κυριότητα των όποιων κοιτασμάτων ανακαλυφθούν. (33).

IV) H Γεωστρατηγική Σύγκρουση Ρωσίας-Τουρκίας στην Υπερκαυκασία και τον Ρωσικό Κάυκασο.

   Παρά την εντυπωσιακή κινητοποίηση σε επίπεδο υψηλής στρατηγικής (πολιτιστικές επαφές, ίδρυση εδρών τουρκικών σπουδών, αναδιοργάνωση στρατεύματος, χρήση δορυφορικών προγραμμάτων (34) των μέσων που διέθετε η τουρκική διπλωματία, η πρακτική της αποτελεσματικότητα δε δικαίωσε σε καμία περίπτωση αυτές της αρχικές εντυπώσεις. Η Τουρκία ως πρότυπο δυτικόστροφης, αντιϊρανικής ανάπτυξης και “πολιτικής σταθερότητας” θα μπορούσε κατά το αμερικανικό σκεπτικό να αξιοποιήσει το ομόγλωσσο-ομόθρησκο χαρτί για να καλύψει το “κενό εξουσίας” (Power Vacuum) που δημιούργησε η σοβιετική κατάρρευση.  Αντιγράφοντας σχεδόν αυτούσιο τον οραματισμό του Γκιοκάλπ μία σημαντική μερίδα αμερικανών αναλυτών είδε στο πρόσωπο της Τουρκίας τη δύναμη που θα αποτελούσε την ατμομηχανή της κεντρασιατικής ανεξαρτησίας δημιουργώντας ένα συνασπισμό αντιρωσικών συμφερόντων (Ούζμπεκιστάν, Αζερμπαϊτζάν, Γεωργία, Ουκρανία) ικανό να ‘‘σταθεροποιήσει’’ την ευρύτερη περιοχή από την Αδριατική θάλασσα στο Σινικό Τείχος. (35).
    Η τουρκική διπλωματία των πετρελαίων, που έχει πολύ μεγάλη εμβέλεια επηρεάζοντας ΑΜΕΣΑ την ελληνοτουρκική διένεξη, δομήθηκε στις εξής βασικές επιλογές, μια κριτική αξιολόγηση των οποίων θα επιχειρηθεί ευθύς αμέσως:

              Α) Η Αρμενο-αζερική Σύρραξη του Ορεινού Καραμπάχ.     

    Οι περισσότεροι των επισκεπτών της έκθεσης για την αρμενική τέχνη που φιλοξενήθηκε στο Μέγαρο Μουσικής την άνοιξη του 1998 σίγουρα δεν γνώριζαν ότι έπρεπε να αισθάνονται ευγνώμονες προς το αρμενικό έθνος και για καθαρά πολιτικούς, πλην των πολιτιστικών, λόγους.  Αν δεν υπήρχε η Αρμενία τίποτε δεν θα μπορούσε να ανακόψει την υλοποίηση των τουρκο-αζερικών πετρελαϊκών σχεδίων.  Η ανυπαρξία του Ο.Καραμπάχ θα ισοδυναμούσε με την ανάδειξη της Τουρκίας σε περιφερειακή υπερδύναμη αφού θα ήταν πλέον αδύνατο για τη Ρωσία να εμποδίσει την κατασκευή αυτού του αγωγού, με συνέπεια να αυξηθεί κατακόρυφα η τουρκική επιθετικότητα στο Ελληνικό μέτωπο, δεδομένου ότι η Δύση δεν θα ενδιαφερθεί για την κυριότητα του Αρχιπελάγους αλλά για το ποιός μπορεί να διασφαλήσει την μεταφορά του κασπιανού πετρελαίου μέσω αυτού.
   Η τουρκική συμπεριφορά δικαιώνει απόλυτα τα παραπάνω,  δεδομένου ότι κινούμενη ακόμη και εναντίον του ίδιου της του συμφέροντος ταυτίστηκε πλήρως με το Αζερμπαϊτζάν με αποτέλεσμα αφενός να εκμηδενίσει τα διαμεσολαβητικά της περιθώρια δημιουργώντας αφετέρου αυτόματες αντισυσπειρώσεις (ρωσο-αρμενο-ιρανικός άξονας) που συνέτριψαν τις μεγαλόπνοες φιλοδοξίες της.  Η επιβολή εμπορικού embargo στην τουρκο-αρμενική μεθόριο, παρά την απεγνωσμένη προσπάθεια του αρμένιου προέδρου Ter-Petrossian να συναντήσει τον Οζάλ στο Davos, (2/92) απ’το Φεβρουάριο του 1992 ως και σήμερα (σσ.7/99) & η συμμετοχή της στην ανατροπή του αζέρου προέδρου Mutalibov τον επόμενο μήνα αξιοποιώντας την αρμενική επέλαση στο Β.Καραμπάχ είναι άκρως ενδεικτικές των τουρκικών προθέσεων που πλέον κινήθηκαν προς την κατεύθυνση του πλήρους πολιτικού ελέγχου της νεοπαγούς δημοκρατίας χωρίς να υποβαθμίζεται η σημασία των δηλώσεων του Οζάλ περί ενδεχόμενης επέμβασης του τουρκικού στρατού “κατά τα πρότυπα του κυπριακού προηγουμένου” στο Ναχιτζεβάν (36). Πέραν της όποιας φυλετικής & γλωσσικής συγγένειας αυτό που ουσιαστικά ένωσε τα στρατηγικά συμφέροντα Τουρκίας-Αζερ/τζάν υπήρξε η κοινή τους επιθυμία ν’αποκτήσουν τον έλεγχο ζωτικών για την ασφάλεια τους περιοχών προκειμένου αφενός το Μπακού ν’ανακτήσει τον έλεγχο του Β.Καραμπάχ και αφετέρου η Αγκυρα να εξαλήψει το κουρδικό πρόβλημα. Η διασφάλιση αυτού του ελέγχου αποτελεί άλλωστε και την προϋπόθεση sine qua non για την πλήρη απεξάρτιση του Αζερμπαϊτζάν απο τη ρωσική επιρροή και την ταυτόχρονη ανάδειξη της Τουρκίας στην κυρίαρχη περιφερειακή υπερδύναμη της ΜΜΑ.
   Το Μάϊο του 1993 έτους η επίσκεψη Οζάλ-Τουρκές στο Μπακού μερικές μόλις εβδομάδες πριν τις πρώτες προεδρικές εκλογές του Ιουνίου έριξε αποφασιστικά τη ζυγαριά υπέρ του παντουρκιστή υποψηφίου E.Elcimbey.
   Το τουρκο-αζερικό πετρελαϊκό πρωτόκολλο Elcimbey-Demirel (9/3/1993) εξαργύρωσε την τουρκική επένδυση που προς στιγμή φάνηκε να αποδεικνύεται κερδοφόρα. Γρήγορα ,όμως, τα τουρκικά κέρδη απεδείχθησαν ότι ήταν χωρίς αντίκρισμα.  Η μεγάλη αρμενική επίθεση του Kelbadzhar (4/93) πέτυχε να διευρύνει το διάδρομο (Lachin Corridor) που ενώνει τις δύο Αρμενίες (Καραμπάχ & Μητρόπολη) γεγονός που σε συνδυασμό με την πραξικοπηματική (υπο τον S,Husseinov) ανατροπή Elcimbey από τον αρχικά φιλορώσο Aliyiev εξουδετέρωσε την τουρκική διείσδυση.  Μια εξουδετέρωση για την οποία το Ιράν, παρα την φαινομενική συνεργασία του με την Τουρκία στον τομέα του Φυσικού Αερίου-ΦΑ, έχει μεγάλο μερίδιο ευθύνης, δεδομένου ότι η Άγκυρα στα πλαίσια μιας μακροχρόνιας πολιτικής που εφαρμόζει εδώ και δεκαετίες στην Δυτ.Θράκη ενίσχυσε τον αζερικό αλυτρωτισμό επί της ιρανικής επαρχίας του Αν.Αζερμπαϊτζάν, όπου κατοικούν περίπου 13 εκατομμύρια συνειδησιακά αμφιλεγόμενων “ομοεθνών” τους. (37).
   Η περαιτέρω αρμενική επέκταση που έφτασε τα σύνορα του Καραμπάχ στην ιρανική μεθόριο (10/93) διευκόλυνε τη ρωσική “διαμεσολάβηση” με αποτέλεσμα να επιβληθεί η εκεχειρία του Μαϊου 1994, που άφηνε υπό αρμενική κατοχή το 20-25% της αζερικής επικράτειας και έτσι καμία ουσιώδη εδαφική (πετρελαιαγωγική) επικοινωνία μεταξύ Μπακού-Τσεϋχάν.  Παρά την μετέπειτα μεταστροφή του Αliyiev (διακήρυξη τουρκο-αζερικής “στρατηγικής συνεργασίας” 5/5/97) υπερ των τουρκικών θέσεων και τη συμμετοχή της ΤΡΑΟ στο πρώτο αζερικό consortium (ΑΙΟC) με 6,75% τον Σεπτέμβριο 1994 τα γεωγραφικά δεδομένα δεν μετεβλήθησαν.  Οι διπλωματικές διεργασίες της ειρηνευτικής ομάδας Μίνσκ (Γαλλία, Ρωσία, ΗΠΑ) παγίωσαν τα αρμενικά κέρδη εφόσον αποτελμάτωσαν την όποια διαδικασία θέτοντας ως θεμελιώδη ειρηνευτική προϋπόθεση τη μη ένωση Αρμενίας-Καραμπάχ, κάτι που παραμένει αδιανόητο για τους εθνικιστές του Ερεβάν.
   Η ρωσο-αρμενική αμυντική συμφωνία του Σεπτεμβρίου 1997 με την οποία Μόσχα-Ερεβάν δεσμεύθηκαν με παροχή στρατιωτικής βοήθειας σε περίπτωση που δεχθούν επίθεση από χώρα μη-μέλος της ΚΑΚ, σε συνδυασμό με τον εξοπλισμό του Ερεβάν με S-300 & T-80 και τα διαδοχικά πραξικοπήματα (10/94,1/97) κατά του Aliyiev απεκάλυψαν τα περιορισμένα περιθώρια των τουρκικών δυνατοτήτων. Δυνατοτήτων που περιορίσθηκαν ακόμη περισσότερο μετά την αποδεδειγμένη-ύστερα από το σκάνδαλο Σουσουρλούκ και την καταγγελία του Εργατικού Κόμματος (38)-εμπλοκή της Άγκυρας στο πραξικόπημα (17/3/95) κατά του Aliyiev επί πρωθυπουργίας Τσιλέρ.
   O πρόσφατος εξαναγκασμός σε παραίτηση του προέδρου Ter-Petrosian (3/2/98) από το κόμμα των “ενωτικών”-εθνικιστών του Ο.Καραμπάχ, λόγω της διαφαινόμενης προδιάθεσης του να συμμορφωθεί προς τις υποδείξεις της ομάδας Μίνσκ (39), ουσιαστικά αποτελμάτωσε τις ειρηνευτικές διαδικασίες και μαζί τους τα τουρκο-αζερικά σχέδια του αγωγού Μπακού-Σεϋχάν η μή υλοποίηση του οποίου είναι συνώνυμη της σταθερότητας για όλη την Αν.Μεσογείο & διαμετρικά αντίθετη με το συμφέρον Συρίας, Ιράκ, Περσίας και Ελλάδος.  Η πρόσφατη απόρριψη εκ μέρους της Αρμενίας των τελευταίων προτάσεων της ομάδας Minsk (διάσκεψη ‘Οσλου,Νοεμ.1998) που θα διατηρούσαν την εδαφική ακεραιότητα του Αζερ/τζάν, επιβεβαιώνουν το υπάρχον αδιέξοδο. Δεν πρέπει επίσης να λησμονούμε ότι η αζερική θέση παραμένει εξίσου μαξιμαλιστική δεδομένου ότι το Μπακού επιθυμεί μέσω της κατασκευής του τουρκο-αζερικού αγωγού να ανακτήσει από την Αρμενία ό,τι έχασε κατά τον εξαετή (1988-1994) πόλεμο τους για το Β.Καραμπάχ. Αυτή τη στιγμή και για το προβλεπτό μέλλον το ενδεχόμενο κατασκευής του αγωγού Μπακού-Τζεϋχαν αποτελεί και το ισχυρότερο πολιτικό όπλο που διαθέτει η αζερική ηγεσία εναντί του Ερεβάν.